Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΒΛΕΜΑΤΑ....

«Επιθύμησα να κάνω το καλό, αλλά δεν επιθύμησα να κάνω θόρυβο, γιατί ένοιωσα ότι ο θόρυβος δεν κάνει καλό και το καλό δεν κάνει θόρυβο».
Louis Claude de sain Martin
Φαίνεται λίγο παράξενο, όμως ανέκαθεν(από νηπιακής ηλικίας) προτιμούσα τα μικρά εκκλησάκια από τις μεγάλες εκκλησίες. Τότε που ήμουν πολύ μικρός το έκανα ασυναίσθητα, τώρα όμως αρχίζω να καταλαβαίνω την αιτία. Με δύο λόγια, εκεί στα μικρά εκκλησάκια είναι κανείς μόνος του, αυτός και ο Θεός που τον κοιτάζει μέσα από το (ενίοτε αυστηρό η επιεικές) βλέμμα της εικόνας που συνήθως υπάρχει απέναντί του. Δεν υπάρχουν τα περίεργα βλέμματα όλων αυτών των《καλών Χριστιανών》, οι οποίοι παρατηρούν και σχολιάζουν τα πάντα και τους πάντες. Ούτε γίνεται η συνεχής παρέλαση των 《ευλαβικών προσκυνητών》του πενταλέπτου (τόσο περίπου χρειάζεται για να μπουκάρεις κάπου στην μέση της λειτουργίας, προς το τέλος να ανάψεις ένα κερί, και μετά να φύγεις) με το ανάλογο σπρώξιμο δεξιά κι αριστερά. Όπως και να το κάνουμε, είναι δύσκολο να σου έρθει κατανυκτική διάθεση σε τέτοιο περιβάλλον. Πως να γυμνώσεις την ψυχή σου και να προσευχηθείς, όταν δέχεσαι τετοιους περισπασμούς;
Βέβαια, αν το καλοσκεφτούμε, ούτε και η άλλη λύση είναι τόσο απλή. Γιατί το να αποφασίσεις να πας σε ένα μικρό εκκλησάκι, να ανάψεις ένα κερί και αφού κάνεις βιαστικά τον σταυρό σου να φύγεις, είναι εύκολο. Για κάνε όμως πως κάθεσαι λίγο παραπάνω, να προσευχηθείς, και αμέσως θα ξεκινήσει μια ελαφρά νευρικότητα. Εκείνο το βλέμμα της εικόνας, η οποία όπως ανέφερα πιο πριν βρίσκεται συνήθως απέναντί σου, αρχίζει να σε κάνει να νιώθεις άβολα. Ίσως γιατί είναι λίγο διαπεραστικό, λίγο αυστηρό και επικριτικό ... σου θυμίζει και λίγο το αγνό κομμάτι της ψυχής σου που χιλιοπρόδωσες και συνεχίζεις να προδίδεις σε κάθε ευκαιρία ... οπότε αρχίζεις και κάνεις σκέψεις του τυπου:《Μήπως έκατσα πολύ ώρα εδώ μέσα, και περιμένει κανένας άλλος να μπει;》《Γιατί ξέχασα τι ήθελα να πω στον Θεό, ενώ το σκεφτόμουν όλο το απόγευμα; 》και άλλα τέτοια παρόμοια εισβάλουν στην σκέψη σου, και αδημονείς, να τελειώνεις και να φύγεις από αυτό το τόσο ενοχλητικά, ήσυχο μέρος!
Μπορεί ο άθεος να ισχυριστεί ότι αυτό που φοβάται κάποιος, σε μια τέτοια περίσταση, είναι ουσιαστικά το να μείνει μόνος με τον εαυτό του. Εγώ όμως θα σας πω, ότι ο Θεός βρίσκεται ακριβώς (και) εκεί βαθιά μέσα στον πραγματικό μας εαυτό. Άλλωστε πως αλλιώς θα εξηγούσε κάνεις, τον φόβο μας να βρεθούμε ενώπιον του εαυτού μας, αν δεν υπήρχε διαφορά επιπέδου συνειδητότητος μεταξύ ημών και ...ημών;
Πολύ φοβάμαι ότι σας έχω μπερδέψει (αφού κι εγώ έχω μπερδευτεί όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα), γι αυτό θα τελειώσω με ένα περιστατικό που μου συνέβη κατά την διάρκεια της φοιτητικής μου ζωής. Εγώ εσπούδασα ιατρική στην Ρουμανία, την εποχή του κομμουνισμού. Οι συνθήκες ζωής ήταν κάτι χειρότερο από απαίσιες, και αντιλαμβάνεστε πως όταν έφτανε η ώρα να πάρω το λεωφορείο και να φύγω από την αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη, ξαναγυρίζοντας στον τόπο του μαρτυρίου μου, ήμουν δυστυχισμένος. Κάποια φορά στενοχωρήθηκα τόσο πολύ που πίστεψα πως θα πεθάνω. Ντρεπόμουν όμως να ζητήσω από τον πατέρα μου να με αφήσει να φύγω σε δύο ημέρες, και έτσι λίγο πριν έρθει το λεωφορείο, πήγα στο εκκλησάκι του αη Γιάννη απέναντι από το σπίτι μου, και παρεκάλεσα τον Χριστό ειλικρινά και με δάκρυα στα μάτια, να κάνει το θαύμα του και να μην έρθει το λεωφορείο ... μόνο μια φορά ... αυτή τη φορά. Υποσχέθηκα ότι σε δύο ημέρες, που θα ξαναερχόταν, θα έμπαινα αδιαμαρτύρητα και θα έφευγα στην Ρουμανία. Και τότε ένοιωσα κάτι παράξενο. Ήξερα κατά βάθος ότι θα γίνει αυτό που ζήτησα, και ΕΓΙΝΕ. Ο πατέρας μου με πήγε με το αυτοκίνητο στα δικαστήρια (εκεί ήταν το πρακτορείο) και περίμενε μαζί μου. Το λεωφορείο ΔΕΝ ΗΡΘΕ ΠΟΤΕ, μας ζήτησαν συγνώμη οι υπεύθυνοι του πρακτορείου, εξηγώντας μας πως αυτό δεν είχε ξαναγίνει (και απ όσο ξέρω ούτε επαναληφθηκε) ποτέ. Ο οδηγός 《πίστεψε》πως δεν υπήρχαν επιβάτες στην Θεσσαλονίκη και από την Αθήνα, πήγε κατευθείαν στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα του Προμαχώνα. Από τότε άρχισα να ξαναπιστεύω στα θαύματα, αυτά τα υπέροχα πράγματα που γίνονται όταν δρασκελίζουμε το κατώφλι, από αυτό το πανέμορφο μικρό εκκλησάκι που βρίσκεται στο κέντρο της καρδιάς μας!

Γιωργος Γεωργιαδης

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Το Μονοπάτι του Είναι!

«Ἔστιν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδὼν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν»
Αυτός είναι ο διάσημος ορισμός του Αριστοτέλη για την τραγωδία. Ένα θεατρικό δρώμενο που προήλθε από τις αρχαίες βλαστικές λατρείες και τον διονυσιακό διθύραμβο, όταν κάποτε αποφάσισαν να τελέσουν δημόσια αυτό που μέχρι τότε είχαν το προνόμιο να παρακολουθούν μόνο οι μυημένοι.
Η τραγωδία προσκαλούσε, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης, σε μια «μίμηση πράξεως». Σε μίμηση πράξεων ανθρώπων, δηλαδή των παθών τους, των διακυμάνσεων και των παλινδρομήσεων της ύπαρξης των ηρώων, με τους οποίους έπρεπε να ταυτιστούν οι συμμετέχοντες (ηθοποιοί και θεατές) έτσι ώστε τελικά να οδηγηθούν ή δυνατόν όλοι μαζί στην κάθαρση.
Το ενδιαφέρον όμως είναι πως οι συμμετέχοντες καλούνταν να μιμηθούν ανθρώπους χωρίς χαρακτηριστικά προσώπου με τα οποία να μπορούν να ταυτιστούν.
Την εποχή εκείνη, όλοι οι ηθοποιοί φορούσαν προσωπεία, δηλαδή μάσκες. Και το έκαναν, ως λάτρεις του Διόνυσου, σε ανάμνηση της μορφής των Τιτάνων που διαμέλισαν τον μικρό Διόνυσο Ζαγρέα φορώντας μάσκα φτιαγμένη από λάσπη.
Πίστευαν λοιπόν πως για να οδηγηθεί κανείς στην κάθαρση, θα πρέπει να ταυτιστεί με μια σειρά συναισθημάτων και καταστάσεων, μια θαυμαστή για το μέσο άνθρωπο διαδικασία, που όμως κατά τον Πλάτωνα ήταν «μίμηση της μίμησης». Δηλαδή μίμηση των συναισθημάτων που προέρχονται από την απομίμηση μιας πράξεως.
Γιατί όμως να μην μπορούμε να δούμε, άρα να μιμηθούμε, το αληθινά αρχέτυπο; Γιατί  η εικόνα που βλέπουμε είναι ένα κατασκεύασμα από λάσπη –θεία λάσπη– που κάποια θεότητα έπλασε για σαρκίο μας. Ένα ομοίωμα κάποιου μακρινού πρότυπου.
Η παράδοση αυτή είναι κοινή στους περισσότερους λαούς. Δεν έχει σημασία αν ο πλάστης είναι ο Προμηθέας και το υλικό ήταν λάσπη από την πρώτη γη αναμιγμένη με αίμα του Ζαγρέα και των Τιτάνων, ή ο Γιαχβέ ο ίδιος με παραδείσιο υλικό.
Αυτό που μοιάζει σίγουρο είναι ότι όλοι σαν να θέλουν να μας υπογραμμίσουν πως ό,τι βλέπουμε είναι ομοίωμα κάποιου μακρινού πρωτότυπου.
Κι εμείς τι κάνουμε;
Υποδυόμενοι συνεχώς, προσπαθούμε να μοιάσουμε με κάποια πρότυπα, να υιοθετήσουμε κινήσεις και συμπεριφορές, έτσι που σχεδόν να ταυτιστούμε με το όποιο (και συνεχώς εναλλασσόμενο) πρότυπό μας.
Και αυτό είναι κάτι που το κάνουμε καθημερινά στη ζωή μας. Υποδυόμαστε ρόλους, αντιγράφουμε κινήσεις και συμπεριφορές με σκοπό να προσαρμοστούμε, να βολευτούμε, να γίνουμε κι εμείς ένα απόσπασμα της ταινίας της αποδεκτής καθημερινότητας που εκτυλίσσεται αενάως.
Μερικοί τα καταφέρνουν εξαιρετικά καλά. Έχοντας μελετήσει πολλούς ρόλους και αναρίθμητα σενάρια, μοιάζει σα να έχουν αποκτήσει κολλητές σχέσεις με τον σεναριογράφο και τον σκηνοθέτη της ύπαρξής τους.
Ξέρουμε πολλούς τέτοιους. Κάντε νοερά ένα πείραμα. Σκεφτείτε τρεις γνωστούς σας που τους γνωρίζετε από παλιά και σήμερα είναι σε μια μέση ηλικία, γύρω στα 50. Για παράδειγμα, ένας εφοριακός, ένας επιχειρηματίας και ένας στρατιωτικός.
Αν παρατηρήσετε καλά, θα διαπιστώσετε πως άσχετα με τον άνθρωπο που γνωρίζατε στις ιδιωτικές του στιγμές, ο ίδιος άνθρωπος σήμερα σε στιγμές έντασης συμπεριφέρεται αυτόματα με έναν τρόπο κοινό στους ανθρώπους του δικού του επαγγέλματος. Κάποιοι το λένε επαγγελματική διαστροφή.
Κάποιος άλλος θα μπορούσε να επισημάνει ότι υποδυόμενοι συνεχώς πρότυπα του επαγγελματικού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος από την ανάγκη να γίνουν αποδεκτοί και επιτυχημένοι έγιναν τελικά όμοιοι με αυτά.
Μπορεί κάποτε να μην ήταν έτσι και σήμερα να παραμένουν διαφορετικοί στο βάθος. Υποδυόμενοι όμως συνεχώς, τελικά και οι ίδιοι έχουν ξεχάσει ποιοι ήταν ή με ποια πρότυπα είχαν κάποτε επιθυμήσει να συσχετιστούν, και ξεχάστηκαν στο δρόμο της ζωής. Σε αυτό το μακρινό και ατέλειωτο δρόμο τον τόσο γεμάτο εικόνες και υποχρεώσεις, τον οποίο προσπαθώντας να κατανοήσουμε και να ανταποκριθούμε, παραβλέπουμε και λησμονούμε τελικά κάτι πολύ βασικό: τον ίδιο μας τον εαυτό.
Ένας κόσμος εικόνας
Στην αρχαία τραγωδία, οι ηθοποιοί, τα πρότυπα που μας καλούσαν σε ταύτιση, φορούσαν μάσκα. Το αρχέτυπο σύμβολο που φορούσαν και οι ίδιοι οι Τιτάνες στην πρώτη τελετουργική-μυητική πράξη, τη θεοφαγία του Διόνυσου – πράξη που οδήγησε στη δημιουργία των ανθρώπων. Τη δική μου και τη δική σου μεταξύ άλλων αγαπητέ αναγνώστη.
Ο κόσμος που ζούμε είναι ένας κόσμος εικόνας. Αντανάκλαση, καθρέφτισμα ενός πρότυπου που κάποτε υπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει και να εμπνέει σε ένα χρόνο μετέωρο, αναμένοντας το βλέμμα του ειδώλου του που θα το αντιληφθεί και κοιτώντας το θα του δώσει ύπαρξη σε χρόνο παρόντα.
Μια συνεχής αλληλουχία ειδώλων που αναζητούν, μιμούμενα πράξεις, κάθαρση και λύτρωση μέσα στα πάθη της τραγωδίας που επιλέγουν να συμμετέχουν ως θεατές αλλά και ως δρώντες ηθοποιοί. Μιμούμενοι και υποδυόμενοι συνεχώς σκηνές μιας ζωής.
Αυτό  και μόνο πιστεύουν ότι τους κατατάσσει στην οικογένεια του Homo sapiens. Πιθανόν με μερικές αμφιβολίες. Το σίγουρο είναι πως στην εποχή μας η κάθε μαγική εικόνα που παροτρύνονται  να μιμηθούν, τους οδηγεί σε μια μορφή του Homo economicus.
Και αυτή η μίμηση, μίμηση εικονικής ζωής χωρίς συμμετοχή, πάθος, δράση και πάθημα, μοιάζει να μην μπορεί σε καμία περίπτωση  να  πετύχει βαθιά μέσα στην ύπαρξή τους την κάθαρση.
Αυτό και μόνο μπορεί να είναι μια χρήσιμη διαπίστωση.
Τι άλλο τους (και μας) διαφεύγει συνήθως; Κανείς ηθοποιός τραγωδίας, κανείς από τους Τιτάνες, δεν είχε πρόσωπο. Όλοι είχαν προσωπείο, μια μάσκα.
Η αέναη και καλόπιστη καθημερινή προσπάθεια μίμησης των συναισθημάτων και πράξεων που προέρχονται από την απομίμηση άλλων  πράξεων και άλλων συναισθημάτων μάς οδηγεί μόνο σε  «μίμηση της μίμησης».
Τo πρότυπο, το αρχέτυπο, θα μπορούσε να μην έχει καμία σχέση με αυτό το πολλαπλό ομοίωμα ενός ομοιώματός του.
Τότε τι αναζητούμε;
Από παλιά υπάρχει μια περίεργη παρότρυνση, είτε στην τελετουργία είτε στο θέατρο. Ο ρόλος, η πράξη, η μίμηση που θα υποδυθείς, δεν λειτουργεί αν κάνεις μόνο τα απαραίτητα. Μπορεί να ξέρεις απέξω όλα σου τα λόγια, μπορεί να μιμηθείς με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού τις κινήσεις, όμως κάτι πάντα θα λείπει.
Και αυτό το κάτι το διακρίνεις ξαφνικά, γιατί κάθε άνθρωπος –ο σε εγρήγορση και όχι ο ξεχασμένος στον εαυτό του άνθρωπος– έχει τη δύναμη να διακρίνει. Και το βλέπει σε κάποιον που μπορεί να μην ξέρει όλα τα λόγια και μπορεί να μην πασχίζει να μιμηθεί με ακρίβεια ό,τι προβλέπει το σενάριο.
Αυτός όμως ο άνθρωπος έχει μια μαγική ιδιότητα. Δεν υποδύεται ρόλο αλλά είναι ο ρόλος. Δεν υποδύεται σκηνές της ζωής αλλά είναι η ίδια η ζωή. Τι διαφορετικό δίνει στην ύπαρξή του; Πρόσωπο.
Δεν ακολουθεί πλέον κανένα αρχέτυπο που διαιωνίζεται κρυμμένο πίσω από μια μάσκα. Αποκτά πρόσωπο, που σημαίνει ότι δίνει τη δική του μορφή μαζί με τη φωνή του και την παρουσία του, δίνει την υπόσταση του στο παιχνίδι της ύπαρξης.
Δύσκολο; Πέρα από τιτάνιο. Γιατί κι αυτοί οι Τιτάνες, όπως μας διασώζει ο Φιρμικός Ματερνός που είχε παρακολουθήσει διονυσιακή τελετουργία, θρηνούσαν και παραπονιόντουσαν πως κάποιος θεός τους παραπλάνησε. Φορώντας πάντα τις μάσκες τους.
Είναι πολύ δύσκολο να ξεπεράσεις τη μίμηση και να προσεγγίσεις την ταύτιση, εκεί που η τραγωδία οδηγεί στην κάθαρση, που θα μπορούσε να είναι μια εκδοχή του «κατ’ εικόνα».
Αλλά είναι σχεδόν υπεράνθρωπο να κατορθώσεις να δώσεις πρόσωπο στη θέση της μάσκας.
                            … Με άλλα λόγια, είναι δύσκολο να «είσαι».

  Ιορδάνης Πουλκούρας

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Στείρα άρνηση : η μέθοδος των ανόητων

Ο Τουργκένιεφ έχει γράψει μια μικρή ιστορία:
Σε μια πόλη, ζούσε ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, μια μεγαλοφυΐα. Και στην ίδια πόλη, ζούσε ένας ηλίθιος.
Μια μέρα, ο ηλίθιος πλησίασε τον έξυπνο και του ζήτησε να του δείξει έναν τρόπο να γίνει έξυπνος. Ο έξυπνος ρώτησε τον ηλίθιο αν ήθελε να γίνει έξυπνος ή να φαίνεται έξυπνος, επειδή το να γίνεις έξυπνος, είναι μια μεγάλη διαδικασία, το να φαίνεσαι όμως έξυπνος, είναι εύκολο. Ο ηλίθιος απάντησε ότι ήθελε να του δείξει με τον ευκολότερο τρόπο ό,τι χρειαζόταν για να φαίνεται έξυπνος. Δεν ανησυχούσε για το πώς θα γίνει έξυπνος.
Ο έξυπνος σχολίασε ότι με το να γίνει κανείς έξυπνος, υπήρχε πιθανότητα να κάνει λάθη, ενώ με το να φαίνεται έξυπνος, δεν θα μπορούσε να κάνει κανένα λάθος.
Ο ηλίθιος άρχισε να ανυπομονεί και ζητούσε από τον έξυπνο να του δείξει το κόλπο χωρίς άλλη καθυστέρηση. Έτσι, ο έξυπνος του είπε να αρνείται απλώς κάθε τι που ακούει. Αν κάποιος έλεγε, «υπάρχει Θεός», ο ηλίθιος έπρεπε αμέσως να απαντήσει πως δεν υπάρχει.
Ο ηλίθιος ρώτησε τον έξυπνο: «Πρέπει να λέω τέτοια πράγματα, ακόμα κι αν δεν ξέρω τίποτα για το θέμα;»
Ο έξυπνος απάντησε: «Εσύ δε χρειάζεται να σκοτίζεσαι καθόλου για να μάθεις πράγματα. Αν ακούσεις να λένε ότι ο τάδε ζωγράφος ζωγραφίζει καταπληκτικούς πίνακες, εσύ πες απλώς ότι είναι σκέτα σκουπίδια. Ζήτησέ τους να σου αποδείξουν πως είναι καταπληκτικοί! Αν ακούσεις να λένε ότι η μουσική του δείνα είναι ουράνια, εσύ πες ότι τέτοια μουσική παίζουν και στην κόλαση και ζήτησέ τους να σου αποδείξουν πως είναι ουράνια μουσική. Εσύ απλώς να αρνείσαι τα πάντα και αν κάποιος σου εναντιωθεί, προκάλεσέ τον να αποδείξει τον ισχυρισμό του.»
Και από εκείνη την ημέρα, ο ηλίθιος άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται γνωστός στην πόλη ως έξυπνος. Και όλοι απορούσαν πώς τα είχε καταφέρει!
Αυτός ο αιώνας είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο αιώνας πολλών ειδών ηλιθίων. Και το θεμέλιο της ηλιθιότητας είναι η άρνηση.

Βρηκα αυτό το κείμενο στο http://www.lecturesbureau.gr/1/sterile-refusal-method-of-fools/

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΟΥΛΑ ....ΠΕΡΙ ΦΙΛΩΝ!!!

Ένας άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε ένα δάσος. Καθώς περνούσαν κάτω από ένα δένδρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε στάχτη! Όμως ο άνδρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την πορεία του με τα δύο του ζώα. Κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούργια κατάσταση. Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη μαρμάρινη πύλη, που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι. Ο διαβάτης κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο.
- «Καλημέρα».
- «Καλημέρα», απάντησε ο φύλακας.
- «Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;».
- «Αυτός είναι ο παράδεισος».
- «Τι καλά που φτάσαμε στον παράδεισο, γιατί διψάμε».
- «Μπορείτε, κύριε, να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε», είπε ο φύλακας και του έδειξε την πηγή.
- «Το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης».
- «Λυπάμαι πολύ», είπε ο φύλακας, «αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα».
Ο άνδρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μια και διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει μόνο αυτός. Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του. Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις έφτασαν σε ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα περικυκλωμένη από δέντρα. Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άνδρας και είχε το κεφάλι του καλυμμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.
- «Καλημέρα», είπε ο διαβάτης. Ο άνδρας έγνεψε ως απάντηση με το κεφάλι του.
- «Διψάμε πολύ το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ».
- «Υπάρχει πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια», είπε ο άνδρας δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.
Ο άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του πήγαν στην πηγή και έσβησαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άνδρα.
- «Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε», του απάντησε εκείνος.
- «Επί τη ευκαιρία, πώς ονομάζεται αυτό το μέρος;», ρώτησε ο άνδρας.
- «Παράδεισος».
- «Παράδεισος; Μα ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μού είπε ότι εκείνο το μέρος ήταν ο παράδεισος».
- «Εκείνο δεν ήταν ο παράδεισος, αλλά η κόλαση», απάντησε ο φύλακας. Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.
- «Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας. Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προξενήσει μεγάλο μπέρδεμα», είπε ο διαβάτης.
- «Σε καμία περίπτωση», αντέτεινε ο άνδρας, «στην πραγματικότητα μας κάνουν μεγάλη χάρη, διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερους φίλους τους!

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

ΚΥΚΛΟΙ ΖΩΗΣ

Κύκλοι ζωής
Ο κύκλος, η άναρχος και ατέλευτος αύτη γραμμή, η αναγκαίως μία.
Άναρχος καί ατέλευτος, όσον αφορά τόν αιώνιον συμπαντικόν κύκλον καί τόν κύκλον της αθανάτου ψυχής.
Υφίστανται όμως καί κύκλοι οι οποίοι αρχή καί τέλος έχουσιν, τουτέστιν, ο μεγάλος καί κύριος κύκλος τής ζωής καί οι μικρότεροι κύκλοι εντός αυτού οίτινες αφορούν τάς διαφόρους σημαντικάς περιόδους τού βίου καί τούτο δέ, καθότι κατά τήν πορείαν μας εις τήν ζωήν, μοιραίως, κύκλοι συνεχώς χαράττονται έως ότου συμπληρωθή ο μέγάλος κύκλος.
Οι μικρότεροι αυτοί κύκλοι, μεγάλη σημασία έχουσιν καθότι χαράσσονται κυρίως από εμάς.
Όπως ο κύκλος ώς γεωμετρικός τόπος χαράσσεται μέ τόν διαβήτη, έτσι καί οι κύκλοι της ζωής, μέ τόν διαβήτη τής συνειδήσεως χαράττονται.
Ο διαβήτης λοιπόν, όργανον Αρχιτεκτόνων και όχι απλών εργατών, περιχαράκτης και "στεγαστής", οριοθέτης και ασφαλής μετρητής αποστάσεων καί τό μοναδικόν όργανον μέ τό οποίον δυνάμεθα νά χαράξωμεν κύκλον.
Διαβάζοντας παρακάτω, θά καταλάβετε περισσότερο καί τόν λόγον διά τόν οποίον ανέφερα τόν διαβήτην.
Όσον αφορά εμένα, τόν τελευταίο μήνα, έκλεισα επιτυχώς έναν κύκλο (σέ συγκεκριμένο τομέα της ζωής), ανοίγοντας ταυτοχρόνως έναν νέον ο οποίος ύπό τάς καλυτέρας τών προϋποθέσεων ήρχισε.
Προσεπάθησα όμως νά ξεκινήσω καί έναν άλλον, σέ άλλον τομέα τής ζωής μου, αποτυγχάνοντας παταγωδώς καθότι τό σταθερόν σκέλος τού διαβήτου μετεκινήθη μέ αποτέλεσμα τήν ανεπιθύμητον αλλαγήν τής ακτίνος...
Τέλος, εχθές τό βράδυ, απεφάσισα νά διακόψω τόν σχεδιασμόν ενός κύκλου, ο οποίος ήρχισε προ ενός έτους καί εσυνέχιζε, διότι προέβλεψα μελλοντικήν εκτροπήν της ακτίνος. Όσον αφορά τόν τελευταίον χειρισμόν, εάν λάθω, θά αποδειχθή.
Έτσι είναι ο άνθρωπος, ένας μαθητευόμενος αρχιτέκτων είναι, ο οποίος δέν επιτυγχάνει πάντα...

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

"Λιγο πριν πεθανεις....."

Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών (όπως ο Μητσοτάκης).
Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε 
«χοντρικά… λίγο πριν πεθάνω».
Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το ‘λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το
χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου. Ο παππούς μου χώρισε από τη
γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε
 γκόμενο η γιαγιά.
Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν
επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις
Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον
 πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον
δικό τους τον τάφο.
«Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας
ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους», μου είπε τότε.
«Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν
 κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων,
γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα
 μόνος μου.»
Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Ο θεός του έδωσε
υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του
Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ’ ένα χωριό
με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο.
Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι
του και έπαιρνε ένα υπνάκι. Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα
-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού.
Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που
ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ’ το κοτέτσι της κυρά Μάγδας
και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε
μπιρίμπα ή τάβλι.
Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που
διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων. Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με
το διαζύγιό του. «Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει.
Τα βρίσκεις και συνεχίζεις. Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα
ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Αλλά δεν χρειάζεται
να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το
σπάσιμο.
Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα
διαλυθεί». Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο.
 Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια
ήμουν εγώ.
Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του
 σε μισή μέρα. Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές
 ριγέ μπυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι.
Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα
τις δουλειές μου και ήρθα.
-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.
-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος
είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο. Το πήρα
 στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα
 με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα
σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.
-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια
γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι,
η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;
-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά.
Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι. Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια
κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!
Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του.
 Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον
ζήλεψα.
Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου…

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Η Γέννηση του Καινούριου - ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Η Γέννηση του Καινούριου
Του Στέφανου Ελμάζη
Δυο χιλιάδες χρόνια πριν… Ο Ιωσήφ με τη Μαρία ετοιμόγεννη φτάνουν στην Βηθλεέμ. Ψάχνουν για ένα κατάλυμα όμως όλα τα πανδοχεία είναι γεμάτα. Άδειο κρεβάτι πουθενά. Κάποιος τους δείχνει ένα στάβλο και καταφεύγουν εκεί. Την ίδια νύχτα, μέσα σε αυτό το στάβλο, γεννιέται ο Χριστός…
Όλες σχεδόν οι θεολογικές ερμηνείες αναφέρονται στην επιλογή του στάβλου ως ένδειξη μέγιστης ταπεινότητας από την πλευρά του γεννηθέντος θεού. Υπάρχει όμως και μια ερμηνεία της ιστορίας αυτής που δεν είναι γνωστή.
Σύμφωνα με αυτήν, το μόνο μέρος που μπορεί να γεννηθεί κάτι νέο, είναι ο στάβλος, η φάτνη, το ξύλινο κατασκεύασμα που τρέφονται τα ζώα, το παχνί. Ο στάβλος δε που φτάνει η άγια οικογένεια βρίσκεται στην Βηθλεέμ (εβρ. Μπέιτ-Λεχέμ, δηλαδή ο «Οίκος του Άρτου»).
Που σημαίνει, οτιδήποτε νέο σε μας μπορεί να γεννηθεί στο μέρος όπου τρέφεται ο οργανισμός μας: στο σώμα. Στο σώμα υπάρχει χώρος για κάτι νέο να λάβει χώρα, και, όπως δείχνει η παραπάνω ιστορία του Ιησού, υπάρχει μεγάλη υποστήριξη εκεί. Είναι ακόμη πιθανό, η γέννηση κάτι νέου σε αυτό το μέρος να προσελκύσει κάτι ανώτερο που φέρνει σπουδαία δώρα (οι τρεις μάγοι…)
Το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί στο πανδοχείο. Τίποτε νέο δεν μπορεί να συμβεί μέσα στο συνηθισμένο πήγαινε-έλα του πανδοχείου, που είναι ήδη πλήρες. Το πανδοχείο είναι ο νους, το μέρος όπου κυριαρχεί η προσωπικότητα. Είναι όμως ήδη γεμάτο ενοίκους…
Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι πρόκειται ακριβώς για το χώρο που περνάμε όλο μας σχεδόν το χρόνο. Έχει πιο ενδιαφέρον! Είναι γεμάτο με ενδιαφέροντες ανθρώπους, καλό φαγητό και ποτό, θόρυβο, διασκέδαση και κουβέντα, ενίοτε βέβαια και καυγάδες και μαχαιρώματα – γιατί να θέλουμε να το αφήσουμε;
Ίσως γιατί κάποια στιγμή ανακαλύπτουμε ότι όλο αυτό δεν βγάζει πουθενά. Ότι είναι μια φυλακή. Όλες οι μυθολογίες είναι γεμάτες ιστορίες όπου ο ήρωας και οι σύντροφοί του μένουν σε ένα μέρος και ξεχνιούνται, παρασύρονται από τις εφήμερες χαρές και λύπες της ζωής, ώσπου κάποια στιγμή εμφανίζεται η νοσταλγία για την πατρίδα, όπως βλέπουμε για παράδειγμα στην Οδύσσεια, η λαχτάρα για μια άλλη ζωή. Και τότε ο ήρωας ψάχνει για ένα μέσο, μια έμπνευση που θα τον βοηθήσει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
Στην περίπτωση του Οδυσσέα είναι πάντοτε ένα σκαρί, ένα πλοίο, το σώμα μας σε αποκρυπτογράφηση, που έχει τη δυνατότητα, αν το προσέξω με το σωστό τρόπο, να με πάει πίσω στην πατρίδα, στη γενέθλια γη.
Στην ιστορία του Χριστού είναι η «φάτνη» που έχει τη δυνατότητα σύλληψης του καινούριου (παιδί) κατά έναν τρόπο που ο νους δεν μπορεί – μια ικανότητα που έχουμε λησμονήσει. Εάν όμως κάποιος τη θυμηθεί και τη ζήσει έστω και μια φορά, δεν θα κοιμηθεί τόσο βαριά ξανά. Θα έχει μια γεύση της πραγματικότητας, η οποία μπορεί να δημιουργήσει μέσα του μια αναζήτηση ζωής…
Δημοσιεύτηκε στο ΑΒΑΤΟΝ, τεύχος 121, Δεκέμβριος 2012