Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Δεν είμαστε απλά γονείς, είμαστε δημιουργοί αναμνήσεων

Έχουμε έναν κανόνα στο σπίτι που λέει ότι το Σάββατο και την Κυριακή υπολογιστές, tablets, game pads δεν ανοίγουν πριν τις 10.00. Ο κανόνας αυτός δημιουργήθηκε όταν τα κορίτσια άρχισαν να ξυπνάνε νωρίς τα Σαββατοκύριακα από την ανυπομονησία τους να μπουν στοINTERNET ή να παίξουν ηλεκτρονικά, αντί να ξυπνούν με την ησυχία τους και να αναπληρώνουν ύπνο. Επειδή τις καθημερινές δεν επιτρέπονται «οθόνες» εκτός αν πρόκειται για εργασία του σχολείου ή για…BLOGGING, όλος ο φόρτος της «ηλεκτρονικής διασκέδασης» έπεφτε το Σαββατοκύριακο…

Από τότε λοιπόν που συμφωνήσαμε ότι οι οθόνες θα ανοίγουν μετά τις 10.00, τα κορίτσια ξυπνούν πλέον τα περισσότερα Σαββατοκύριακα με φυσικό τρόπο και το σπίτι πλημμυρίζει χαρούμενες φωνές, χαχανίσματα και κουβέντες. Αρκετά συχνά έχουν ανάγκη απλά να μείνουν μόνες τους η κάθε μία στο δωμάτιό της. Μου αρέσει πολύ όταν βλέπω να γίνεται και αυτό. Μπορεί να διαβάζουν, να γράφουν ιστορίες ή να ζωγραφίζουν. Πάντα όμως έχουν το νου τους στο ρολόι, και όταν φτάνει 10.00… πιάνουν δουλειά!

Σήμερα το πρωί κατά τις 9 παρά, ακούω τη φωνή της Εβελίνας που ήταν ακόμα στο δωμάτιό της:

«Μαμά τι κάνεις;»
«Πίνω καφέ.»

«Να έρθω να συζητήσουμε;»

«Και βέβαια να έρθεις!» της είπα. Αιφνιδιάστηκα ευχάριστα. Νόμιζα ότι ήθελε να μου πει πώς πέρασε χθες το απόγευμα με τους φίλους της, αλλά καθώς ντυνόταν φρόντισε να με προετοιμάσει: «Θέλω να μιλήσουμε για το blog μου». Το blogging είναι ένα από τα κοινά ενδιαφέροντα που μοιραζόμαστε τον τελευταίο καιρό, αλλά όπως αποδείχθηκε δεν ήθελε να μιλήσουμε μόνο για αυτό. Ήθελε απλά να περάσουμε χρόνο μαζί. Και τα είπαμε όλα. Από τα διάφορα που συμβαίνουν στο σχολείο, ως τη γνώμη της για το βιβλίο της Φυσικής. Φυσικά δεν είχα αυταπάτες. Ήξερα ότι όταν θα έφτανε 10.00 θα έφευγε σφαίρα για τον υπολογιστή. Και όμως… Πήγε 10 και 5, πήγε 10 και 10, πήγε 10 και τέταρτο. Σκέφτηκα «μπα.. δε θα χει δει την ώρα». «Εβελίνα, είναι 10 και τέταρτο» είπα. «Μπορείς να πας υπολογιστή.»

 «Δεν πειράζει μαμά. Να μιλήσουμε λίγο ακόμα».

Όταν τελικά κάποια στιγμή έφυγε, μπορεί να ήμουν… ξεθεωμένη από την non-stop κουβέντα, αλλά ένιωθα μια αίσθηση πληρότητας. Όταν αφιερώνεις το χρόνο σου και δίνεις την απερίσπαστη προσοχή σου στα παιδιά σου και στους αγαπημένους σου, είναι σαν να τους δίνεις ένα πολύτιμο δώρο. Η ικανοποίηση όμως που παίρνεις δίνοντας αυτό το δώρο, μπορεί να είναι μεγαλύτερη για σένα.
Η Κυριακή συνεχίστηκε με ακόμα περισσότερες απλές όμορφες στιγμές. Η Εβίτα μου έφτιαξε τον δεύτερο καφέ της ημέρας. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου να διαβάσει, καθώς εγώ έκανα δουλειές στην κουζίνα. Μετά κάναμε ξεκαθάρισμα στη ντουλάπα της. Βγάλαμε στην άκρη τα ρούχα που είναι για χάρισμα και κρατήσαμε όπως πάντα 2-3 αγαπημένα, που δε θέλει να αποχωριστεί. ΑΝ κάνω κορίτσια θα τους τα δώσω μαμά» μου λέει «αλλά να δεις που θα κάνω αγόρια».

Στιγμές. Απλές καθημερινές στιγμές που έρχονται και φεύγουν. Χωρίς κανείς να τις φωτογραφίσει. Και αυτό το λέω γιατί είδα πρόσφατα όλες τις φωτογραφίες από τότε που η Εβελίνα ξεκίνησε την Πρώτη δημοτικού ως σήμερα, προσπαθώντας να επιλέξω εκείνες που θα μπουν στο λεύκωμα αποφοίτησης του σχολείου. Επικεντρώθηκα βέβαια στις σχολικές φωτογραφίες, αλλά τελικά τις είδα όλες: γενέθλια, Χριστούγεννα, Πάσχα, διακοπές. Όμορφες αναμνήσεις που χαίρομαι τόσο που τις έχουμε καταγεγραμμένες… Για την ακρίβεια μακάρι να είχαμε τραβήξει ακόμα περισσότερες φωτογραφίες!
Αλλά μέσα σε αυτό το πλούσιο φωτογραφικό αρχείο δεν υπάρχουν οι απλές συνηθισμένες στιγμές… Οι στιγμές μιας Κυριακής πρωί που η κόρη σου θα έρθει και θα περάσετε μιάμιση ώρα συζητώντας. Οι στιγμές που θα φτιάξετε ζυμαρικά με σάλτσα σε μία κατσαρόλα και θα βγείτε να φάτε έξω στο μπαλκόνι. Οι στιγμές που θα βάλετε γενναίες δόσεις παγωτού στα μπωλ και ο καθένας θα βάλει από πάνω τη γαρνιτούρα της επιλογής του. Γιατί οι ιστορίες που μοιράζεσαι πάνω από ένα μπωλ παγωτού, έχουν τη δική τους μαγεία.

Οι στιγμές αυτές δεν καταγράφονται στο φακό, καταγράφονται όμως στο μυαλό και στην καρδιά. Και κυρίως στο μυαλό και στην καρδιά των παιδιών. Η σημερινή μέρα είναι η παιδική ηλικία που θα θυμούνται ως ενήλικες.

Δεν είμαστε απλά γονείς. Είμαστε δημιουργοί αναμνήσεων. Όλων των ειδών αναμνήσεων. Αναμνήσεις από εκδρομές, γιορτές, σχολικές εκδηλώσεις και πάρτυ αλλά κυρίως αναμνήσεις από τις απλές καθημερινές στιγμές. Κι αν αυτό το Σαββατοκύριακο πέρασε χωρίς να δημιουργήσουμε τέτοιες αναμνήσεις, δε χάθηκε ο κόσμος. Το επόμενο Σαββατοκύριακο είναι σε 5 μόνο μέρες.

Ας είναι αξέχαστες

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Κατευόδιο στη Μάννα

Κατευόδιο στη Μάννα
Γεννήθηκε το 1930. Μεγάλωσε στην Κοκκινιά σαν αγοροκόριτσο. Πλακωνόταν με τα αγόρια, προστάτευε τα κορίτσια και τους κατά την γνώμη της αδύναμους, πάντα αρχηγός, πάντα πρώτη στις διαολιές. Σχεδόν κατοικούσε στα κεραμίδια, όπου ένιωθε ασφαλής όταν έκανε σκανδαλιές και …καταδιωκόταν επί γης από την μάνα της. Κατέβαινε μόνο όταν ο σοφός και υπερασπιστής πατέρας της την καλούσε – τους άλλους δεν τους εμπιστευόταν. Η εφηβεία της συνέπεσε με την Κατοχή. Αγριεύτηκε με όσα έζησε. Δεν πείνασε όμως, χάρη στον πατέρα της και το φορτηγό του που εκτελούσε μεταφορές και εξοικονομούσε πάντα φαγητό. Ήταν η μεγαλύτερη από τέσσερα κορίτσια, τις αδελφές της. Μόλις τέλειωσε η κατοχή και ο εμφύλιος, πριν πάρουν ανάσα, έχασε τον πατέρα της από σοβαρή αρρώστια. Σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, της επέβαλαν να παντρευτεί για να αποκτήσει η οικογένεια ένα αρσενικό – προστάτη. Παντρεύτηκε πιθανότατα χωρίς να θέλει και να αγαπά. Απέκτησε εμάς. Εμένα και τον κατά πέντε χρόνια μικρότερο αδελφό μου. Μας μεγάλωσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και διαρκών προβλημάτων. Θυμάμαι μας τάϊζε στο πεζούλι από ένα πιάτο, αβγό σε μπόλικο λάδι, μπουκιά – μπουκιά να χορτάσουμε. Περισσότερο απ΄το φαγητό ενδιαφερόταν να μας αγοράζει βιβλία, τετράδια και μολύβια. Ήθελε να πηγαίνουμε σχολείο, να μαθαίνουμε γράμματα, να γίνουμε «άνθρωποι καλοί και χρήσιμοι στην κοινωνία». Χρήματα δεν είχαμε ποτέ.
Όταν ο πατέρας (μαρκαρισμένος και κυνηγημένος ως αριστερός!) μπάρκαρε κάποια φεγγάρια στα καράβια να κάνει μεροκάματα, αυτή φόρεσε αντρικά ρούχα, πήρε κασμά, φτυάρι, μιστρί και έχτισε ολομόναχη ολόκληρο δωμάτιο στην αυλή (από θεμέλια μέχρι σκεπή) για να μας δώσει δικό μας χώρο να αναπνέουμε – (ζούσαμε όλοι μέχρι τότε σε ένα δωμάτιο.)
Ποτέ δεν πρόσεξε τον εαυτό της. Δεν ήταν λέαινα ήταν προβατίνα. Αλλά προσηλωμένη στο καθήκον της. Εμείς (τα παιδιά της) ήμασταν η μόνη της έγνοια. Μέχρι που μεγαλώσαμε κι ο καθένας μας πήρε τον δικό του δρόμο. Ο αδελφός μου που της έμοιασε έγινε άριστος τεχνίτης, σπούδασε μηχανικός αεροσκαφών, παραμερίστηκε όμως από το άθλιο κομματικό κράτος, κατέληξε ιδιωτικός υπάλληλος, παντρεύτηκε, έκανε δυο κόρες. Εγώ παρέμεινα αλλοπαρμένος, αλαφροϊσκιωτος, σπούδασα Νομικά και τα παράτησα, είμαι κερατωμένος εραστής των γραμμάτων, ορκισμένος κυνηγός της αλήθειας, ένα ελπιδοφόρο «κάτι» που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, σχεδόν δημόσιος υπάλληλος, γενικά ελεύθερος υποχρεώσεων και δεσμεύσεων, ανικανοποίητος πάντα, αβόλευτος, μοναχικός.
Εκείνη όμως μας καμάρωνε γιατί θεωρούσε ότι ήμασταν καλά παιδιά και «περηφανευόταν» ότι είχε συμβάλει σε αυτό.
Τρυφερότητα για την μάννα μου ένιωσα όταν χτύπησε και σακατεύτηκε πριν μερικά χρόνια. Βγήκαν από μέσα μου πολλοί χυμοί, πολλή αγάπη για ένα τέτοιο αθόρυβο και δοτικό πλάσμα, που δεν χάρηκε την ζωή της για να αφοσιωθεί σε εμάς. Έμεινα κοντά της.
Τώρα φεύγει πλήρης ημερών. Νομίζω ότι η ζωή την πλήγωσε από νωρίς. Η καρδιά μου σκίζεται. Ήταν καλός άνθρωπος, φως εκ φωτός και στο αχειροποίητο Φως θα ενσωματωθεί. Ελπίζω να έχουμε την ευλογία της και την συγχώρεσή της αν την πικράναμε έστω και άθελά μας κάποια φορά. Προσεύχομαι να αναπαυθεί η ψυχή της στην γαλήνη Του και στην αγάπη μας. Θα κρατώ γιαυτήν ανοιχτές πάντα τις θύρες των ονείρων μου. Μόνο και μόνο για νάρχεται όποτε θέλει, να κάθεται, να μιλάμε, να βλέπω το πρόσωπό της να γελά, να λάμπει και να ευφραίνομαι…
Γειά σου, ρε Μάννα!..

του Σωτηρη Καζακη

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

το μάθημα της πεταλούδας

Θυμήθηκα κάποιο πρωί, που είχα πετύχει σ’ένα πεύκο ένα κουκούλι πεταλούδας, τη στιγμή που έσκαζε το τσόφλι κι ετοιμάζουνταν η μέσα ψυχή να προβάλει. Περίμενα, αργούσε κι εγώ βιαζόμουν. 

Έσκυψα τότε απάνω της κι άρχισα να τη ζεσταίνω με την ανάσα μου. Τη ζέσταινα ανυπόμονα, και το θάμα άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου, με γοργό ρυθμό. Το τσόφλι άνοιξε όλο, η πεταλούδα πρόβαλε. Μα ποτέ δε θα ξεχάσω τη φρίκη μου, τα φτερά της έμεναν σγουρά, αξεδίπλωτα όλο όλο της το κορμάκι έτρεμε και μάχουνταν να τα ξετυλίξει.

Μα δεν μπορούσε, μαχόμουν κι εγώ με την ανάσα μου να την βοηθήσω. Του κάκου, είχε ανάγκη από υπομονετικό ωρίμασμα και ξετύλιγμα μέσα στον ήλιο και τώρα πια ήταν αργά. Η πνοή μου είχε ζορίσει την πεταλούδα να ξεπροβάλει πριν της ώρας, ζαρωμένη κι εφταμηνίτικη. Βγήκε αμέστωτη,κουνήθηκε απελπισμένη και σε λίγο πέθανε στην παλάμη μου.

Το πουπουλένιο κουφάρι αυτό της πεταλούδας θαρρώ πως είναι το μεγαλύτερο βάρος που έχω στη συνείδησή μου. Και να, σήμερα κατάλαβα βαθιά..

Είναι θανάσιμο αμάρτημα να βιάζεις τους αιώνιους νόμους, έχεις χρέος ν’ ακολουθείς τον αθάνατο ρυθμό μ’ εμπιστοσύνη.

Η μικρή ετούτη πεταλούδα, που σκότωσα γιατί παραβιάστηκα να την αναστήσω, ας ήταν να πετούσε πάντα μπροστά μου και να μου δείχνει το δρόμο. Κι έτσι μια πεταλούδα που πρόωρα πέθανε να βοηθήσει μιαν αδερφή της, μιαν ανθρώπινη ψυχή, να μη βιάζεται και να προφτάσει να ξετυλίξει με αργό ρυθμό τις φτερούγες!

Νίκος Καζαντζάκης.


ΦΑΝΕΡΩΣΗ

Για τη Φανέρωση
Το σημαντικότερο είναι να φανερωνόμαστε στον Εαυτό μας.
Έχουμε υιοθετήσει πολλές πεποιθήσεις για την αλήθεια, την ειλικρίνεια, την αγάπη, τη φιλία, μα δεν συνειδητοποιούμε πως καθημερινά προδίδουμε τις ίδιες αυτές έννοιες, αγνοώντας τον εαυτό μας, τις πραγματικές μας προθέσεις, τα κρυμμένα κίνητρα που δεν θέλουμε να δούμε.
Όταν είσαι πρόθυμος να ξεσκεπάσεις τα δικά σου εγωιστικά, φοβικά, απολυταρχικά κίνητρα, τότε μπορείς ευκολότερα να αποκαλύπτεις και τα αντίστοιχα κίνητρα των άλλων, είτε τα αναγνωρίζουν συνειδητά είτε όχι. Γίνονται διάφανοι, ακόμα κι αν επιλέγουν να συνεχίζουν την αυτο-άγνοιά τους, την προσποίηση, τους ρόλους που παίζουν νομίζοντας πως είναι «ειλικρινείς.
Οι θεατρινισμοί είναι παντού και συνεχίζονται με τις ευλογίες της ασυνειδησίας του ατόμου. Όσο ξεσκεπάζεις όλο αυτό το παιχνίδι της πόζας, του ονείρου, της υποτιθέμενης γνώσης, τόσο συνειδητοποιείς πόσο καλά παίζεται και πόσο συλλογικά πειστικά περνάει.
Δεν μπορείς να φανερώσεις αυτά που βλέπεις στους κοιμισμένους, γιατί φυσικά θ’ απορριφθούν. Ποιος θέλει να βλέπει τη γύμνια του καθαρά, αν δεν το έχει επιλέξει, με θάρρος, συνειδητά ο ίδιος;
Και όσο αποκτάς εσωτερική όραση, ακοή, αίσθηση, τόσο αναγκαστικά συρρικνώνεται και ταυτόχρονα επεκτείνεται ο κόσμος σου. Δεν απειλείσαι από αυτά που αντιλαμβάνεσαι, όμως βρίσκεσαι στη θέση, να επιλέγεις ποιος θέλεις να είσαι, σε αυτό το συλλογικό θέατρο του παραλόγου, που εξελίσσεται καθημερινά, παντού.
Αποκτάς διαύγεια, διάκριση, διαίσθηση, σε έναν κόσμο που επί το πλείστον θέλει να κρύβεται, να παραμυθιάζεται, να ονειρεύεται. Είναι μοναχική πορεία, την οποία διανύεις μόνο με όσους μπορούν να είναι εξ’ ίσου φανεροί, ισότιμοι, ισάξιοι της εμπιστοσύνης σου… στον ίδιο σκοπό της φανέρωσης της Αλήθειας.
Είναι μια διαρκής πορεία, στην οποία συναντάς πολλά τέρατα και παρανοήσεις, με τα οποία πρέπει να τα βάλεις για να απελευθερωθείς από τα δεσμά της απάτης, της ψευδαίσθησης, της εικόνας του εαυτού σου.
Απαιτεί θάρρος, που είναι το αντίθετο του φόβου.
Γελάω με τις σύγχρονες διδαχές που θέλουν το φόβο αντίθετο της αγάπης, συνεχίζοντας την πλάνη και το κυνήγι ουτοπικών φαντασιώσεων που κοιμίζουν τη συνειδητότητα. Όλα όσα κατηγορούν τα αισθήματα, δίνουν συμβουλές στην αντιμετώπιση των "αρνητικών ανθρώπων", σπρώχνουν τον άνθρωπο έξω από τον Εαυτό σου (με πρόσχημα να "αγαπά τον εαυτό του"), δίνοντάς του ψεύτικα εργαλεία και ενισχυμένες πεποιθήσεις, ενώ ο πραγματικός "εχθρός" ζει και βασιλεύει εντός τους. Ενώ η οπαδοποίηση συνεχίζει να είναι πρακτική αιώνων, με εκλεπτυσμένες "γνώσεις" σύγχρονης πλάνης, που δίνουν την ψευδαίσθηση της αυτο-επιλογής και της αυτάρκειας, η αληθινή Γνώση παραμένει "κρυμμένη", μπροστά στα μάτια που αδυνατούν να δουν.
Κανένας φοβικός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα ειλικρινής, φανερός, τίμιος, αφού παρανοεί για την πραγματικότητα του εαυτού του.
Φυσικά, πολλοί δηλώνουν άφοβοι, έντεχνα σκεπάζοντας το φόβο, με φτιαχτές πεποιθήσεις που δεν τόλμησαν ποτέ να αμφισβητήσουν. Οι περισσότερες θεωρίες, διδασκαλίες, πρακτικές παραμένουν το όπιο του φοβικού, σε μια πραγματικότητα, στην οποία αρνούνται να υπάρξουν φανεροί, με την αγνότητα της γύμνιας τους.
Η πορεία πρέπει να είναι αντίστροφη και απαιτεί το γκρέμισμα αυτού που φαίνεται να είναι μοναδικό και αληθινό. Όμως πώς να γκρεμίσεις αυτό που φαίνεται να είναι τόσο στέρεο, τόσο αληθινό, που τίποτ’ άλλο δεν φαίνεται να υπάρχει, που να μπορείς να βάλεις στη θέση του; Το παράδοξο που δεν αντιλαμβανόμαστε είναι και ο δρόμος που χρειάζεται να ακολουθήσουμε… όσοι τολμούμε, όσοι αντέχουμε ή όσοι είμαστε έτοιμοι. Αυτός είναι ο δρόμος του αληθινού εσωτερικού πολεμιστή, που δεν γίνεται αντιληπτός από τους κοιμισμένους...
Οι υπόλοιποι, θα αρκεστούν στην επίκριση, στην αναζήτηση εχθρών, θεωριών και εξωτερικών διδαχών, θα συνεχίζουν να ενισχύουν τις πεποιθήσεις που τους προσφέρουν την ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας που αναζητούν, στο όνειρο που αντιλαμβάνονται ως πραγματικότητα… έστω κι αν καταρρέει γύρω τους και προσπαθούν όλο και περισσότερο να την διατηρήσουν. Όλα τα άλλα, οτιδήποτε διαφορετικό, αποτελεί απλά χτίσιμο, μιας φανταστικής πραγματικότητας που αναγείρουμε γύρω μας, περιορίζοντας αθέατα και ασυνείδητα τον Εαυτό μας!
Γνωρίζω εκ των προτέρων, πως ό,τι κι αν γράφω είναι ατελές, πως υπόκειται σε προσωπική ερμηνεία και παραμένει ασήμαντη σταγόνα στον ωκεανό, της σοφίας και της γνώσης που οφείλουμε να ανακαλύψουμε και να αναδύσουμε ο καθένας για τον εαυτό του...και είναι συνεχιζόμενη πορεία Αυτό-ανακάλυψης...όχι κατάκτησης.
Χριστιάνα Σοφία

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ?????

«Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη είναι πεπεισμένος ότι κάποια ανώτερη δύναμη διατρέχει τους νόμους του Σύμπαντος, μια δύναμη που είναι πολύ ανώτερη από εκείνη του ανθρώπου».

Είτε πρόκειται για ακούσιους αλλά εμπνευσμένους προβληματισμούς σχετικά με τα δύο φύλα είτε για φαινομενικά απλές αλλά βαθυστόχαστες ερωτήσεις σχετικά με τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος, τα παιδιά έχουν έναν μοναδικό τρόπο να βλέπουν καθαρά την ουσία ακόμα και των πιο πολύπλοκων πολιτιστικών φαινόμενων αναγκάζοντάς μας να επανεξετάσουμε τις εικασίες μας.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πανάρχαια διαμάχη ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία, η οποία προβλημάτισε φωτισμένα μυαλά όπως ο Γαλιλαίος και ο Καρλ Σαγκάν, καθώς και μερικά από τα πιο φημισμένα επιστημονικά μυαλά στις μέρες μας.

Το τεράστιο πολιτιστικό υπόβαθρο του ερωτήματος δεν εμπόδισε τη Φύλλις, ένα κοριτσάκι από τη Νέα Υόρκη, να το θέσει στο σπουδαίο επιστήμονα Άλμπερτ Αϊνστάιν όπως αποκαλύφθηκε το 1936 σε μια επιστολή από το βιβλίο «Αγαπητέ καθηγητή Αϊνστάιν: Οι επιστολές του Άλμπερτ Αϊνστάιν από και προς τα παιδιά» (Dear Professor Einstein: Albert Einstein’s Letters to and from Childrenδημόσια βιβλιοθήκη | IndieBound) – δηλαδή στην ίδια συλλογή που περιέχει τα ενθαρρυντικά λόγια του Αϊνστάιν όσον αφορά την ενασχόληση των γυναικών με την επιστήμη.

Εκκλησία Ρίβερσαϊντ
19 Ιανουαρίου 1936
Αγαπητέ δρα Αϊνστάιν,

Την Κυριακή στην τάξη μας είχαμε την εξής απορία: Προσεύχονται οι επιστήμονες; Το θέμα ξεκίνησε με την ερώτηση αν θα μπορούσαμε να πιστεύουμε ταυτόχρονα και στην επιστήμη και στη θρησκεία. Γράφουμε σε επιστήμονες αλλά και σε άλλους σημαντικούς ανθρώπους με σκοπό να καταφέρουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό.
Θα ήταν μεγάλη μας τιμή αν μας απαντούσατε στο ερώτημα αν προσεύχονται οι επιστήμονες, καθώς επίσης και σε τι προσεύχονται. Είμαστε μαθητές της έκτης τάξης, με δασκάλα την κυρία Έλις.

Με εκτίμηση,
Φύλλις

Ύστερα από μόλις 5 μέρες, ο Αϊνστάιν απάντησε – είναι πράγματι υπέροχο όταν οι γίγαντες του πολιτισμού ανταποκρίνονται στην ειλικρινή περιέργεια των παιδιών – και η απάντησή του διαθέτει την ίδια πνευματική ποιότητα της επιστήμης που ο Καρλ Σαγκάν εξύμνησε δεκαετίες αργότερα όπως έκανε και ο Πτολεμαίος χιλιετίες νωρίτερα. Έξι χρόνια πριν, ο Αϊνστάιν είχε διερευνήσει αυτό ακριβώς το θέμα σε πολύ πιο πολύπλοκη γλώσσα και εκφραστική γλαφυρότητα στη θρυλική συνομιλία του με τον Ινδό φιλόσοφο Ταγκόρ.

24 Ιανουαρίου 1936
Αγαπητή Phyllis,

Θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτησή σου όσο πιο απλά μπορώ:
Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι κάθε φαινόμενο, ακόμα και τα ανθρώπινα ζητήματα, υπόκεινται στους νόμους της Φύσης. Συνεπώς, ένας επιστήμονας δεν μπορεί να πιστεύει ότι η πορεία των γεγονότων επηρεάζεται από την προσευχή, δηλαδή με κάποια ευχή που εκδηλώνεται προς το υπερφυσικό.
Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι πραγματικές μας γνώσεις γι’ αυτές τις δυνάμεις είναι ατελείς, έτσι ώστε τελικά η πίστη στην ύπαρξη ενός έσχατου, απόλυτου πνεύματος να βασίζεται σε ένα είδος πίστης. Μια τέτοια πίστη εξακολουθεί να είναι διαδεδομένη και σήμερα, ακόμα και μετά τα τόσα επιτεύγματα της επιστήμης.

Επιπλέον όμως, όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά με την επιστήμη είναι πεπεισμένοι ότι κάποια ανώτερη δύναμη διατρέχει τους νόμους του Σύμπαντος, μια δύναμη που είναι πολύ ανώτερη από εκείνη του ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο, η αναζήτηση της επιστήμης οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο είναι σίγουρα αρκετά διαφορετικό από την θρησκευτικότητα ενός απλοϊκού ανθρώπου.

Με εγκάρδιους χαιρετισμούς,
Α. Αϊνστάιν


ΚΑΡΛΟΣ ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ : ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΣΙΩΠΗ

Ο δον Χουάν δίδασκε τη διαπίστωση που έκαναν οι μάγοι της γενιάς του: ότι η εσωτερική σιωπή πρέπει να κατακτάται με διαρκή άσκηση πειθαρχίας. Πρέπει να αποκτάται με κόπο και να αποθηκεύεται λίγο λίγο, λεπτό με το λεπτό. Με άλλα λόγια πρέπει κανείς να πιέσει τον εαυτό του να σωπαίνει, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα τη φορά.

Σύμφωνα με το δον Χουάν ήταν κοινή πεποίθηση των μάγων ότι η επιμονή ενός ανθρώπου μπορεί να κατανικήσει τη συνήθεια, ώσπου να φτάσει, ανάλογα με το άτομο, επιμένοντας για λίγα δευτερόλεπτα ή λεπτά, σε ένα κατώφλι. Για παράδειγμα, αν το κατώφλι της εσωτερικής σιωπής είναι δέκα λεπτά για ένα συγκεκριμένο άτομο, τότε, μόλις φτάσει σε αυτό το κατώφλι, η εσωτερική σιωπή επέρχεται από μόνη της, αυτόβουλα, θα έλεγε κανείς.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων το προσωπικό μας κατώφλι. Ο μόνος τρόπος για να το ανακαλύψουμε είναι μέσω άμεσης εμπειρίας. Αυτό ακριβώς μου συνέβη. Ακολουθώντας την υπόδειξη του δον Χουάν, πίεζα επίμονα τον εαυτό μου να σωπαίνει και, κάποια μέρα, ενώ περπατούσα στο UCLA, έφτασα στο μυστηριώδες κατώφλι μου. Ήξερα πως είχα φτάσει, επειδή βίωσα στη στιγμή κάτι που ο δον Χουάν μου είχε περιγράψει αναλυτικά.

Εκείνος το ονόμαζε σταμάτημα του κόσμου. Εν ριπή οφθαλμού, ο κόσμος έπαψε να είναι αυτό που ήξερα και, για πρώτη φορά στη ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι έβλεπα την ενέργεια όπως ρέει στο σύμπαν.

Χρειάστηκε να καθίσω σε κάτι σκαλοπάτια. Ήξερα πως καθόμουν σε πλίνθινα σκαλοπάτια, αλλά το ήξερα μόνο διανοητικά, μέσα από την μνήμη μου. Εμπειρικά, αναπαυόμουν πάνω σε ενέργεια. Εγώ ο ίδιος ήμουν ενέργεια, όπως τα πάντα γύρω μου. Είχα  «κλείσει» το ερμηνευτικό μου σύστημα.
Αφού είδα άμεσα την ενέργεια, συνειδητοποίησα κάτι που με τρομοκράτησε, κάτι που μόνο ο δον Χουάν θα μπορούσε να μου εξηγήσει. Συνειδητοποίησα ότι, μολονότι έβλεπα άμεσα την ενέργεια για πρώτη φορά στη ζωή μου, στην πραγματικότητα την έβλεπα σε όλη μου τη ζωή, χωρίς να το συνειδητοποιώ.

Η καινοτομία δεν ήταν να βλέπω την ενέργεια όπως ρέει στο σύμπαν, ήταν η απορία που γεννήθηκε μέσα μου, μια απορία τόσο έντονη, ώστε με έκανε να αναδυθώ πίσω στον κόσμο της καθημερινής ζωής. Τι ήταν αυτό που με εμπόδιζε μια ζωή να συνειδητοποιήσω ότι έβλεπα την ενέργεια που ρέει στο σύμπαν;

«Για να σου λύσω την απορία, πρέπει να εξετάσουμε δύο θέματα», μου εξήγησε ο δον Χουάν, όταν τον ρώτησα σχετικά με αυτή την εξοργιστική αντίφαση.

«Το ένα είναι η γενική επίγνωση. Το άλλο είναι η ειδική, σκόπιμη συνειδητότητα. Κάθε ανθρώπινο ον μέσα στον κόσμο αντιλαμβάνεται, σε γενικές γραμμές, ότι βλέπει την ενέργεια όπως ρέει στο σύμπαν. Παρόλα αυτά, μόνο οι μάγοι έχουν ιδιαίτερη και συνειδητή αντίληψη αυτής της ενέργειας. Για να αντιληφθείς συνειδητά κάτι που γενικώς συναισθάνεσαι προϋποθέτει ενέργεια και την ατσάλινη πειθαρχία που απαιτεί η ύπαρξή της. Η εσωτερική σιωπή σου, ο καρπός πειθαρχίας και ενέργειας, γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα στη γενική επίγνωση και την ειδική συνειδητότητα».

ΚΑΡΛΟΣ ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

χρήστος γιανναράς: η αιωνιότητα ζει μέσα μας

«ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.

ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας.

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.

ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα».

«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.

ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.

ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή».

Αποσπάσματα από το βιβλίο “Πείνα και Δίψα” του Χρήστου Γιανναρά, εκδόσεις Γρηγόρης.