Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ?????

«Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη είναι πεπεισμένος ότι κάποια ανώτερη δύναμη διατρέχει τους νόμους του Σύμπαντος, μια δύναμη που είναι πολύ ανώτερη από εκείνη του ανθρώπου».

Είτε πρόκειται για ακούσιους αλλά εμπνευσμένους προβληματισμούς σχετικά με τα δύο φύλα είτε για φαινομενικά απλές αλλά βαθυστόχαστες ερωτήσεις σχετικά με τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος, τα παιδιά έχουν έναν μοναδικό τρόπο να βλέπουν καθαρά την ουσία ακόμα και των πιο πολύπλοκων πολιτιστικών φαινόμενων αναγκάζοντάς μας να επανεξετάσουμε τις εικασίες μας.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πανάρχαια διαμάχη ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία, η οποία προβλημάτισε φωτισμένα μυαλά όπως ο Γαλιλαίος και ο Καρλ Σαγκάν, καθώς και μερικά από τα πιο φημισμένα επιστημονικά μυαλά στις μέρες μας.

Το τεράστιο πολιτιστικό υπόβαθρο του ερωτήματος δεν εμπόδισε τη Φύλλις, ένα κοριτσάκι από τη Νέα Υόρκη, να το θέσει στο σπουδαίο επιστήμονα Άλμπερτ Αϊνστάιν όπως αποκαλύφθηκε το 1936 σε μια επιστολή από το βιβλίο «Αγαπητέ καθηγητή Αϊνστάιν: Οι επιστολές του Άλμπερτ Αϊνστάιν από και προς τα παιδιά» (Dear Professor Einstein: Albert Einstein’s Letters to and from Childrenδημόσια βιβλιοθήκη | IndieBound) – δηλαδή στην ίδια συλλογή που περιέχει τα ενθαρρυντικά λόγια του Αϊνστάιν όσον αφορά την ενασχόληση των γυναικών με την επιστήμη.

Εκκλησία Ρίβερσαϊντ
19 Ιανουαρίου 1936
Αγαπητέ δρα Αϊνστάιν,

Την Κυριακή στην τάξη μας είχαμε την εξής απορία: Προσεύχονται οι επιστήμονες; Το θέμα ξεκίνησε με την ερώτηση αν θα μπορούσαμε να πιστεύουμε ταυτόχρονα και στην επιστήμη και στη θρησκεία. Γράφουμε σε επιστήμονες αλλά και σε άλλους σημαντικούς ανθρώπους με σκοπό να καταφέρουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό.
Θα ήταν μεγάλη μας τιμή αν μας απαντούσατε στο ερώτημα αν προσεύχονται οι επιστήμονες, καθώς επίσης και σε τι προσεύχονται. Είμαστε μαθητές της έκτης τάξης, με δασκάλα την κυρία Έλις.

Με εκτίμηση,
Φύλλις

Ύστερα από μόλις 5 μέρες, ο Αϊνστάιν απάντησε – είναι πράγματι υπέροχο όταν οι γίγαντες του πολιτισμού ανταποκρίνονται στην ειλικρινή περιέργεια των παιδιών – και η απάντησή του διαθέτει την ίδια πνευματική ποιότητα της επιστήμης που ο Καρλ Σαγκάν εξύμνησε δεκαετίες αργότερα όπως έκανε και ο Πτολεμαίος χιλιετίες νωρίτερα. Έξι χρόνια πριν, ο Αϊνστάιν είχε διερευνήσει αυτό ακριβώς το θέμα σε πολύ πιο πολύπλοκη γλώσσα και εκφραστική γλαφυρότητα στη θρυλική συνομιλία του με τον Ινδό φιλόσοφο Ταγκόρ.

24 Ιανουαρίου 1936
Αγαπητή Phyllis,

Θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτησή σου όσο πιο απλά μπορώ:
Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι κάθε φαινόμενο, ακόμα και τα ανθρώπινα ζητήματα, υπόκεινται στους νόμους της Φύσης. Συνεπώς, ένας επιστήμονας δεν μπορεί να πιστεύει ότι η πορεία των γεγονότων επηρεάζεται από την προσευχή, δηλαδή με κάποια ευχή που εκδηλώνεται προς το υπερφυσικό.
Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι πραγματικές μας γνώσεις γι’ αυτές τις δυνάμεις είναι ατελείς, έτσι ώστε τελικά η πίστη στην ύπαρξη ενός έσχατου, απόλυτου πνεύματος να βασίζεται σε ένα είδος πίστης. Μια τέτοια πίστη εξακολουθεί να είναι διαδεδομένη και σήμερα, ακόμα και μετά τα τόσα επιτεύγματα της επιστήμης.

Επιπλέον όμως, όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά με την επιστήμη είναι πεπεισμένοι ότι κάποια ανώτερη δύναμη διατρέχει τους νόμους του Σύμπαντος, μια δύναμη που είναι πολύ ανώτερη από εκείνη του ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο, η αναζήτηση της επιστήμης οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο είναι σίγουρα αρκετά διαφορετικό από την θρησκευτικότητα ενός απλοϊκού ανθρώπου.

Με εγκάρδιους χαιρετισμούς,
Α. Αϊνστάιν


ΚΑΡΛΟΣ ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ : ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΣΙΩΠΗ

Ο δον Χουάν δίδασκε τη διαπίστωση που έκαναν οι μάγοι της γενιάς του: ότι η εσωτερική σιωπή πρέπει να κατακτάται με διαρκή άσκηση πειθαρχίας. Πρέπει να αποκτάται με κόπο και να αποθηκεύεται λίγο λίγο, λεπτό με το λεπτό. Με άλλα λόγια πρέπει κανείς να πιέσει τον εαυτό του να σωπαίνει, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα τη φορά.

Σύμφωνα με το δον Χουάν ήταν κοινή πεποίθηση των μάγων ότι η επιμονή ενός ανθρώπου μπορεί να κατανικήσει τη συνήθεια, ώσπου να φτάσει, ανάλογα με το άτομο, επιμένοντας για λίγα δευτερόλεπτα ή λεπτά, σε ένα κατώφλι. Για παράδειγμα, αν το κατώφλι της εσωτερικής σιωπής είναι δέκα λεπτά για ένα συγκεκριμένο άτομο, τότε, μόλις φτάσει σε αυτό το κατώφλι, η εσωτερική σιωπή επέρχεται από μόνη της, αυτόβουλα, θα έλεγε κανείς.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων το προσωπικό μας κατώφλι. Ο μόνος τρόπος για να το ανακαλύψουμε είναι μέσω άμεσης εμπειρίας. Αυτό ακριβώς μου συνέβη. Ακολουθώντας την υπόδειξη του δον Χουάν, πίεζα επίμονα τον εαυτό μου να σωπαίνει και, κάποια μέρα, ενώ περπατούσα στο UCLA, έφτασα στο μυστηριώδες κατώφλι μου. Ήξερα πως είχα φτάσει, επειδή βίωσα στη στιγμή κάτι που ο δον Χουάν μου είχε περιγράψει αναλυτικά.

Εκείνος το ονόμαζε σταμάτημα του κόσμου. Εν ριπή οφθαλμού, ο κόσμος έπαψε να είναι αυτό που ήξερα και, για πρώτη φορά στη ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι έβλεπα την ενέργεια όπως ρέει στο σύμπαν.

Χρειάστηκε να καθίσω σε κάτι σκαλοπάτια. Ήξερα πως καθόμουν σε πλίνθινα σκαλοπάτια, αλλά το ήξερα μόνο διανοητικά, μέσα από την μνήμη μου. Εμπειρικά, αναπαυόμουν πάνω σε ενέργεια. Εγώ ο ίδιος ήμουν ενέργεια, όπως τα πάντα γύρω μου. Είχα  «κλείσει» το ερμηνευτικό μου σύστημα.
Αφού είδα άμεσα την ενέργεια, συνειδητοποίησα κάτι που με τρομοκράτησε, κάτι που μόνο ο δον Χουάν θα μπορούσε να μου εξηγήσει. Συνειδητοποίησα ότι, μολονότι έβλεπα άμεσα την ενέργεια για πρώτη φορά στη ζωή μου, στην πραγματικότητα την έβλεπα σε όλη μου τη ζωή, χωρίς να το συνειδητοποιώ.

Η καινοτομία δεν ήταν να βλέπω την ενέργεια όπως ρέει στο σύμπαν, ήταν η απορία που γεννήθηκε μέσα μου, μια απορία τόσο έντονη, ώστε με έκανε να αναδυθώ πίσω στον κόσμο της καθημερινής ζωής. Τι ήταν αυτό που με εμπόδιζε μια ζωή να συνειδητοποιήσω ότι έβλεπα την ενέργεια που ρέει στο σύμπαν;

«Για να σου λύσω την απορία, πρέπει να εξετάσουμε δύο θέματα», μου εξήγησε ο δον Χουάν, όταν τον ρώτησα σχετικά με αυτή την εξοργιστική αντίφαση.

«Το ένα είναι η γενική επίγνωση. Το άλλο είναι η ειδική, σκόπιμη συνειδητότητα. Κάθε ανθρώπινο ον μέσα στον κόσμο αντιλαμβάνεται, σε γενικές γραμμές, ότι βλέπει την ενέργεια όπως ρέει στο σύμπαν. Παρόλα αυτά, μόνο οι μάγοι έχουν ιδιαίτερη και συνειδητή αντίληψη αυτής της ενέργειας. Για να αντιληφθείς συνειδητά κάτι που γενικώς συναισθάνεσαι προϋποθέτει ενέργεια και την ατσάλινη πειθαρχία που απαιτεί η ύπαρξή της. Η εσωτερική σιωπή σου, ο καρπός πειθαρχίας και ενέργειας, γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα στη γενική επίγνωση και την ειδική συνειδητότητα».

ΚΑΡΛΟΣ ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

χρήστος γιανναράς: η αιωνιότητα ζει μέσα μας

«ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.

ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας.

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.

ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα».

«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.

ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.

ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή».

Αποσπάσματα από το βιβλίο “Πείνα και Δίψα” του Χρήστου Γιανναρά, εκδόσεις Γρηγόρης.


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Η ΜΑΣΚΑ

Η ζωή πολλές φορές θυμίζει θεατρική παράσταση. Ο καθένας διαλέγει το προσωπείο που του ταιριάζει και επιλέγει να παίξει έναν συγκεκριμένο ρόλο, ίσως μάλιστα και ένα ρόλο που θα πρεσβεύει σε ολόκληρη τη ζωή του.
Γιατί συμβαίνει αυτό στους ανθρώπους? Γιατί προτιμάμε να φοράμε μία μάσκα από το να δείχνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε, να λέμε αυτό που πραγματικά σκεφτόμαστε, να κάνουμε αυτό που πραγματικά επιθυμούμε.
Στην ιδέα της κριτικής και της αποδοκιμασίας, δύο έννοιες που το άτομο φοβάται και τις αποφεύγει, διαλέγει να υποκριθεί έναν ρόλο, κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι, για να μην μπει στην διαδικασία κριτικής από τους άλλους ή ακόμη και της συμπόνιας. Ειδικότερα η συμπόνια είναι κάτι που το άτομο προσπαθεί να αποφύγει, δεν θέλει κανείς να τον λυπάται.
Πόσες φορές έχετε υποκριθεί ότι περνάτε καλά σε ένα πάρτι? Ότι η σχέση σας με τον σύντροφό σας είναι θαυμάσια? Ότι η οικονομική και η επαγγελματική σας ζωή είναι άκρως ικανοποιητική? Ότι συμπαθείτε κάποιον ακόμη και αν συμβαίνει το άκρως αντίθετο? Βλέπουμε ότι το προσωπείο φοριέται σε πολλές πτυχές και φάσεις της καθημερινότητας.
Συνήθως τείνουμε όταν φοράμε μία μάσκα να δημιουργούμε αργά ή γρήγορα μία νέα ταυτότητα για εμάς, κάτι για εμάς που ενώ δεν είναι πραγματικότητα καταλήγουμε να το πιστεύουμε και εμείς οι ίδιοι. Για παράδειγμα το επάγγελμα που διαλέξαμε να κάνουμε συνειδητοποιούμε ότι δεν είναι το κατάλληλο για εμάς και όμως προσπαθούμε να πείσουμε και το κοντινό μας περιβάλλον και τον ίδιο μας τον εαυτό ότι είναι ότι καλύτερο μας έχει συμβεί. Γιατί άραγε?
Προτιμάμε να παραπλανούμε τους άλλους και κυρίως να κοροϊδεύουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Η μάσκα δημιουργεί μία αίσθηση δύναμης, ανωτερότητας και σίγουρα μία έντονη επιρροή προς τον “θεατή”. Με το να δείχνουμε κάτι που δεν είμαστε, απελευθερωνόμαστε, γινόμαστε αυτόματα πιο τολμηροί.
Η μάσκα τόσο σαν υλικό αντικείμενο (απόκρια), όσο και σαν κάτι άυλο που φοράμε στην καθημερινότητά μας, έχει διττή χρήση: να κρύψει και να φανερώσει ταυτόχρονα. Να κρύψει αυτό που είμαστε στην πραγματικότητα και να φανερώσει αυτό που θα θέλαμε να είμαστε ή αυτό που φοβόμαστε να είμαστε. Από παιδιά ακόμα μαθαίνουμε να ζούμε με αυτή. Στην πάροδο, όμως, του χρόνου τείνουμε να αλλάζουμε πολλές μάσκες: παιδί, συμμαθητής, γκόμενα, γονιός, σύζυγος, θύμα, θύτης.
Κάποια στιγμή όσο μεγαλώνουμε, όλοι μας θυμούνται και μας έχουν στο μυαλό τους με κάποιο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό: ο χαμογελαστός Γιώργος, η τολμηρή Μαρία, η ευτυχισμένη μανούλα, ο επιτυχημένος δικηγόρος. Τι συμβαίνει, όμως, όταν χρειάζεται να αλλάξουμε μάσκα ή καλύτερα να την βγάλουμε? Πόσο εύκολο είναι αυτοί που μας βλέπουν χρόνια ολόκληρα με μία συγκεκριμένη μάσκα, να συνηθίσουν τη νέα μας μορφή?
Το παραπάνω αποδεικνύει ότι τα πάντα είναι ρευστά στην ζωή, αλλάζουν και σίγουρα μας αλλάζουν. Από μία καλή δουλειά μπορεί να βρεθούμε άνεργοι, από έναν ευτυχισμένο γάμο μπορεί να βρεθούμε χωρισμένοι με παιδιά και το αντίθετο. Γιατί να υποκρινόμαστε ότι είμαστε ευτυχισμένοι και πάντα κάτι άλλο;
Σίγουρα το να ξέρουν οι άλλοι πώς πραγματικά είμαστε, να μας κρίνουν και ίσως να μας συμπονούν, πονάει. Πονάει, όμως, εξίσου πολύ αυτή η άχρηστη μάσκα που φοράμε, που μας παραμορφώνει, που μας κάνει να θυμόμαστε με δάκρυα στιγμές που ζήσαμε μαζί της και στιγμές που δεν ζήσαμε εξαιτίας της.
Ας βγάλουμε τις μάσκες που φοράμε! Ας δεχτούμε και ας αγαπήσουμε αυτό που είμαστε, αυτό που κάνουμε, αυτό που νιώθουμε. Δύσκολο το ταξίδι της αυτογνωσίας, της επίγνωσης και της αυτοεκτίμησης. Σίγουρα, όμως, πιο δύσκολο το βάρος ενός ψεύτικου προσωπείου.
Ας αφήσουμε τις μάσκες μόνο για τις απόκριες! Είναι η θέση που τις αναλογεί!

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

ΚΡΑΤΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ....ΖΩΝΤΑΝΟ!!!

«Ο Άνθρωπος Που Δεν Παίζει,

Έχει Χάσει για Πάντα

Το Παιδί Που Ζούσε Μέσα Του Και

Που Θα Του Λείψει Τρομερά.» 

Pablo Neruda
Καθόμαστε σε μια γωνιά και παρακολουθούμε τον αυθορμητισμό και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας με νοσταλγία. Γυρνάμε στο χθες, θυμόμαστε τα παιδικά μας χρόνια, απορούμε πώς γινόταν να είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. «Αποκλείεται να ήμασταν τόσο χαρούμενοι.» λέμε συνήθως από μέσα μας. «Έχουμε ωραιοποιήσει το παρελθόν. Δεν ήταν όλα τόσο ρόδινα.» Και η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν. Αλλά σίγουρα ήταν πιο όμορφα, πιο ξέγνοιαστα, πιο ζωντανά.
Και ποιος μας είπε ότι πρέπει να ζούμε μια ζωή άχρωμη; Κανείς δεν μας το είπε άμεσα, παρόλο που η κοινωνία βιάζεται να μας βάλει σε καλούπια και να μας δέσει με τα λεπτά της σκοινιά, να μας κουνά κατά πώς πάνε τα κέφια της, κι εμείς να χορεύουμε σαν μαριονέτες για να την διασκεδάζουμε.
Μεγαλώνοντας, χάνουμε όσα μας χαρακτήριζαν σαν παιδιά. Αφοσιωνόμαστε τόσο στις εργασίες μας, στα προβλήματα της καθημερινότητας, που ξεχνάμε πώς να γελάμε, να χαιρόμαστε, να ζούμε. Καταλήγουμε άχρωμοι, άγευστοι, άδειοι, σαν τις ζωές που υποτίθεται πως επιβάλλεται να ζούμε. Ακολουθούμε τους άγραφους κανόνες που οι ίδιοι έχουμε επιβάλλει στους εαυτούς μας, απλά για να είμαστε «φυσιολογικοί», να ανακατευτούμε με το πλήθος, να μην ξεχωρίσουμε.
Μα η αλήθεια είναι πως όσο κι αν προσπαθήσουμε να κρυφτούμε από το παιδί μέσα μας, εκείνο θα συνεχίσει να φωνάζει για να τραβήξει την προσοχή μας. Πάντα θα υπάρχουν στιγμές που θα βρει ένα άνοιγμα, μια ελάχιστη χαραμάδα, για να βγει κι αυτό λίγο στο φως, να μας θυμίσει την ύπαρξή του. Αυτές οι λίγες στιγμές, είναι που μπαίνει ξανά το χρώμα στις ζωές μας.
Ο Paulo Coelho λέει το εξής: «Ένα παιδί μπορεί να διδάξει τρία πράγματα σε έναν ενήλικα: να είναι χαρούμενος χωρίς λόγο, να είναι πάντα απασχολημένος με κάτι, και να διεκδικεί αυτό που επιθυμεί με όλη του την θέληση.» Διακρίνει λοιπόν κανείς στα παιδιά μία σοφία καθαρή και ακατέργαστη, που σπάνια συναντά σε κάποιον ενήλικα. Είναι στα αλήθεια δάσκαλοι, αν βέβαια δώσει κανείς πραγματική σημασία στα διδάγματά τους.
Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν αφήναμε το εσωτερικό μας παιδί να εκφραστεί; Να βγει από την κρυψώνα του, να παίξει, να γελάσει, να είναι αυθόρμητο, να κάνει αυτό που επιθυμεί με όλη του την καρδιά, να είναι ο εαυτός του.
Ας το παραδεχτούμε, και θα νιώσουμε καλύτερα: όλοι μας θελήσαμε να σκαρφαλώσουμε στο μεγάλο δέντρο στο κέντρο του πάρκου, να διασχίσουμε τρέχοντας την αμμουδιά και να βουτήξουμε με φόρα στη θάλασσα ένα καλοκαίρι, να τραγουδήσουμε δυνατά, έστω και παράφωνα, το αγαπημένο μας τραγούδι, αγνοώντας εκείνους που θα μας στραβοκοιτάξουν, πίσω από τις ψεύτικες και ασφαλείς μάσκες της σοβαροφάνειάς τους.
Αρκετά με τους κανόνες. Ας σταματήσουμε να είμαστε δάσκαλοι κι ας πάρουμε τον ρόλο του μαθητή. Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα που μας δίνουν τα παιδιά: Ας είμαστε για μια φορά αληθινοί.
Ας κόψουμε τα σκοινιά που μας καθιστούν μαριονέτες, ας σπάσουμε τις μάσκες μας, ας ντύσουμε την καθημερινότητα με χρώματα. Και τότε, ίσως, ο κόσμος να γίνει ένα πιο όμορφο μέρος για να ζούμε. Ίσως, γυρίσουν πίσω σε μας όλα όσα χάσαμε με το πέρασμα του χρόνου: η χαρά, ο ενθουσιασμός, η ελπίδα… Η ζωή.

Ο ΞΥΛΟΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ

Μια φορά και έναν καιρό, ένας σωματώδης και δυνατός ξυλοκόπος ζήτησε δουλειά σε κάποιο χονδρέμπορο ξυλείας. Ο έμπορος τον προσέλαβε με καλό μισθό και καλές συνθήκες δουλειάς. Έτσι ο ξυλοκόπος αποφάσισε να δώσει τον καλύτερο εαυτό του.
Το αφεντικό του έδωσε ένα τσεκούρι και του υπέδειξε που να δουλέψει. Την πρώτη μέρα ο ξυλοκόπος έφερε 18 κορμούς δένδρων.
“ Συγχαρητήρια,” είπε το αφεντικό. “Συνέχισε έτσι!”
Χαρούμενος από τα λόγια του αφεντικού, ο ξυλοκόπος προσπάθησε ακόμη περισσότερο την επόμενη ημέρα αλλά μπόρεσε να φέρει μόνο 15 κορμούς. Την Τρίτη μέρα προσπάθησε ακόμα πιο πολύ, αλλά έφερε μόνο δέκα κορμούς. Κάθε μέρα, ενώ προσπαθούσε δυνατότερα, έφερνε όλο και πιο λίγους κορμούς.
“ Θα πρέπει να χάνω δυνάμεις”, σκέφτηκε ο ξυλοκόπος. Τότε πήγε στο αφεντικό και ζήτησε συγνώμη, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να καταλάβει τι έχει συμβεί.
“ Πότε ήταν η τελευταία φορά που τρόχισες το τσεκούρι;” ρώτησε το αφεντικό.
“ Να το τροχίσω; Δεν είχα χρόνο να το τροχίσω. Ήμουν πολύ απασχολημένος κόβοντας δέντρα…”
—————————
Έτσι συμβαίνει και στην πραγματική μας ζωή. Δεν βρίσκουμε ποτέ χρόνο να ακονίσουμε “το τσεκούρι”. Συμβαίνει καθημερινά να είμαστε όλο και πιο απασχολημένοι και παράλληλα πιο δυστυχισμένοι.
Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Μήπως ξεχάσαμε να είμαστε έξυπνοι; Δεν υπάρχει πρόβλημα στο να εργάζεται κάποιος πολύ σκληρά. Αλλά δεν πρέπει να εργάζεται τόσο σκληρά ώστε να παραμελεί τα σημαντικά καθημερινά πράγματα, όπως την προσωπική ζωή, την προσευχή, την οικογένεια, το διάβασμα κτλ κτλ. Όλοι χρειαζόμαστε χρόνο να χαλαρώσουμε, να σκαφτούμε, να μάθουμε και να αναπτυχθούμε.
Αν δεν βρούμε χρόνο να τροχίσουμε “το τσεκούρι”, γινόμαστε νωθροί και ο νους χάνει τις ικανότητες του.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ)


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παιδάκι πολύ λυπημένο.
Ο μπαμπάς του είχε φύγει μακριά και φαίνεται πως είχε πάρα πολλές δουλειές, γιατί δεν προλάβαινε ούτε να του γράψει – και για τηλέφωνο ούτε λόγος, γιατί είχε πάει τόσο πολύ μακριά ο μπαμπάς, που ή το τηλεφώνημα στοίχιζε πάρα πολύ κι εκείνος δεν είχε τόσα χρήματα ή όταν κατάφερνε να τηλεφωνήσει ήταν βαθιά μέσα στη νύχτα και το παιδάκι κοιμόταν και δεν κατάφερνε να του μιλήσει.
Η μαμά του πάλι έλειπε σχεδόν όλη τη μέρα, γιατί έπρεπε να δουλεύει κι εκείνη πολύ για να έχουν χρήματα για να ζήσουν.
CATS AGUI
Κάθε πρωί που η μαμά άφηνε το παιδάκι στην πόρτα του σχολείου, του έδινε ένα φιλάκι στο μάγουλο, όπως και κάθε βράδυ, λίγο πριν πάει να κοιμηθεί. Πάντα βιαζόταν η μαμά, έτσι και τα φιλάκια της ήταν βιαστικά, μα το παιδάκι ήξερε πως κάθε φιλάκι της μαμάς έλαμπε σαν ήλιος για μια στιγμή πάνω στο μάγουλό του κι έπειτα σιγά σιγά θάμπωνε, αλλά δεν έσβηνε ποτέ. Κι έτσι το πρόσωπό του, μετά από τόσα πολλά πολλά φιλάκια, ήταν φωτεινό ακόμη και τις πιο γκρίζες μέρες, αυτές με τη βαριά συννεφιά που σε κάνει να ξεχνάς αν ξημέρωσε ή έχει νυχτώσει.
Μια χρονιά, ενώ πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, όλοι οι δάσκαλοι κι οι συμμαθητές του στο σχολείο, αλλά και οι άνθρωποι στους δρόμους, στα μαγαζιά και στις πλατείες, μιλούσαν συνέχεια με μεγάλο ενθουσιασμό για τα στολίδια και τα δώρα και τα ωραία φαγητά που θα μοιράζονταν με τους φίλους τους και τους γονείς τους για τις γιορτές. Κι εκείνη τη μέρα, το παιδάκι περίμενε να έρθει η μαμά του να το πάρει από το σχολείο και μόλις έφτασαν στο σπίτι τη ρώτησε: «Μαμά, πότε θα στολίσουμε το δέντρο στο σπίτι μας εμείς; Θα έχει μπάλες και φωτάκια; Θα μας φέρει και δώρα ο Άγιος Βασίλης;»
«Να θυμηθείς να κλειδώσεις την πόρτα μόλις φύγω και να διαβάσεις τα μαθήματά σου. Σου έχω αφήσει ένα μήλο και ένα σάντουιτς στην κουζίνα για το βράδυ και περίσσεψαν και κάτι μακαρόνια από χτες, να τα φας για μεσημεριανό. Όταν γυρίσω, θα σου δώσω ένα φιλάκι για καληνύχτα», είπε η μαμά κι έφυγε.
Τη μέρα που έκλεισε το σχολείο για τις διακοπές των Χριστουγέννων, το παιδάκι ξαναρώτησε τη μαμά του με μεγάλη αγωνία και ελπίδα πολλή: «Μαμά, πότε θα στολίσουμε το δέντρο μας με μπάλες και φωτάκια; Θα μας φέρει δώρα ο Άγιος Βασίλης;»
Η μαμά κούνησε το κεφάλι της λυπημένα και είπε: «Δεν προλαβαίνω, αγάπη μου, ούτε έχω λεφτά για τέτοια πράγματα». Κι έφυγε τόσο γρήγορα, που δεν είπε καν στο παιδάκι να κλειδώσει, ούτε αν είχε τίποτα στην κουζίνα για φαγητό.
Δεν ξαναρώτησε τίποτα το παιδάκι. Καθώς ήταν μονάχο του στο σπίτι, μια και δεν είχε σχολείο, σκέφτηκε να κάνει κάτι που θα βοηθούσε τη μαμά του, κάτι από αυτά που την έβλεπε να κάνει πότε πότε στο σπίτι όταν έβρισκε λίγο χρόνο. Τη μια μέρα έστρωσε όσο πιο όμορφα μπορούσε το κρεβάτι του και το δικό της. Την άλλη μέρα χνώτισε τα τζάμια και τα έτριψε καλά με μια πετσέτα. Στο μεταξύ, η μαμά, καθώς ερχόταν κι έφευγε, μάλλον κάτι πρόσεξε γιατί έσκασε ένα χαμογελάκι κι είπε «Κοίτα μην κάνεις καμιά ζημιά».
Την τρίτη μέρα το παιδάκι βρήκε μια σκούπα και σκούπισε καλά καλά. Αλλά ούτε λεπτό δεν είχε πάψει να σκέφτεται το στολισμένο δέντρο. Έβλεπε στα απέναντι σπίτια λαμπάκια να αναβοσβήνουν και πολύχρωμες μπάλες να κρέμονται στα κλαδιά πλάι σε ορθάνοιχτες κουρτίνες. Ακόμη και τη νύχτα, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, οι ανταύγειες τους έφταναν μέχρι τους τοίχους και το ταβάνι στο δικό του το σπίτι.
Μόλις έφυγε λοιπόν η μαμά εκείνο το απόγευμα, το παιδάκι μάζεψε όλο του το θάρρος, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε από το σπίτι του. Ευτυχώς, δεν είχε σκοτεινιάσει ολότελα. Προχώρησε κάμποσο στο δρόμο, με την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή, γιατί ήξερε καλά πως δεν επιτρεπόταν να βγαίνει μόνο του από το σπίτι και πως πολλά και τρομερά μπορούσαν να του συμβούν, όπως του έλεγε πάντοτε η μαμά του. Παρ’ όλα αυτά, ήξερε πως κάπου εκεί, στο δρόμο για το σχολείο, υπήρχε ένα παρκάκι, με θάμνους και δεντράκια, κι εκεί ήταν η μοναδική του ελπίδα να βρει αυτό που χρειαζόταν. Ευτυχώς που είχε κάνει πολλές φορές το δρόμο αυτό με τη μαμά του, με το χέρι του φωλιασμένο μέσα στο δικό της. Αλλά τώρα ήταν μονάχο του ανάμεσα σε τόσα αυτοκίνητα, φωνές, φασαρία, τεράστιους ανθρώπους που σπρώχνονταν και σκουντιούνταν συνέχεια σαν να μην έβλεπε ο ένας τον άλλον, κι ένιωθε να τρέμει σύγκορμα, μα δεν έπαψε ούτε λεπτό να περπατά, με την αγωνία και την ελπίδα να του κόβουν την ανάσα.
Να το παρκάκι! Το παιδάκι πλησίασε προσεκτικά και κοίταξε ολόγυρα. Σε μια άκρη είδε έναν σωρό από κομμένα κλαδιά και φύλλα. Ψυχή τριγύρω. Παραέξω, στο δρόμο, ο κακός χαμός! Πλησίασε, ψαχούλεψε καλά και νά ’το!, ένα κλαδί δροσερό ακόμη και γεμάτο πράσινα φύλλα, και κάτι καρπουδάκια σαν μπαλίτσες πάνω του, μαύρα και κόκκινα! Έβαλε όλη του τη δύναμη και το τράβηξε και το πήρε μαζί του.
Ο δρόμος για το σπίτι του φάνηκε πιο εύκολος, σαν να έκανε λιγότερη ώρα για να γυρίσει. Στερέωσε όσο καλύτερα μπορούσε το δεντράκι του σε μια γωνιά στο σπίτι, κοντά στο παράθυρο. Το κοίταζε και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τα πράσινα γυαλιστερά φύλλα του, από τα στρογγυλά κόκκινα και μαύρα καρπουδάκια ανάμεσά τους, κι ήταν τόσο ευτυχισμένο που είχε επιτέλους το δικό του χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σπίτι του, ώστε δε νοιάστηκε που το δέντρο του δεν είχε ούτε στολίδια ούτε φωτάκια – κι όσο για δώρα, ας μην πούμε λέξη καλύτερα.
Χώρια που είχε περάσει η ώρα, ήταν και η μεγάλη περιπέτεια μέχρι να βρει το δέντρο του, και το παιδάκι πείνασε, αλλά ήταν τόσο ευτυχισμένο και δεν σκέφτηκε καν να ψάξει να βρει αν υπήρχε τίποτα για να φάει στην κουζίνα. Χάιδεψε απαλά τα φυλλαράκια και τα καρπουδάκια του δέντρου, το καληνύχτισε, χώθηκε στο κρεβατάκι του, σκεπάστηκε καλά καλά και αποκοιμήθηκε με τις ανταύγειες που έρχονταν στους τοίχους και στο ταβάνι από τα άλλα σπίτια.
«Έτσι θα λάμπει τώρα και το δικό μου δέντρο», σκέφτηκε και το πήρε ο ύπνος γλυκά.
Κάπου μέσα στο σπίτι, βαθιά μέσα στη νύχτα, αθόρυβα και όπως πρέπει να γίνονται όλα τα μαγικά, κάποιες αράχνες -που άλλες είχαν χωθεί σε σκοτεινές χαραμάδες του σπιτιού για να γλιτώσουν από τη σκούπα κι άλλες ήταν κρυμμένες ανάμεσα στα φύλλα του κλαδιού από το παρκάκι, και τόσο μικροσκοπικές, που μόνο το κλαδί ήξερε ότι είχαν έρθει μαζί του- κάποιες αράχνες λοιπόν άρχισαν να υφαίνουν τους ιστούς τους εργατικά κι ακούραστα μέσα στο σκοτάδι γύρω από τα φύλλα και τα στρογγυλά κόκκινα και μαύρα καρπουδάκια. Από ένα παράθυρο που το παιδάκι είχε ξεχάσει μισάνοιχτο –ή μήπως το είχε ξεχάσει η μαμά του; κανείς τους δεν έμαθε, ούτε και νοιάστηκε όμως να ρωτήσει- μια λιγνή, στεγνή γατούλα, μαύρη σαν το σκοτάδι πίσσα, γλίστρησε μέσα στο σπίτι ψάχνοντας μια γωνιά για να κουρνιάσει.
Την άλλη μέρα το πρωί, Χριστούγεννα ανήμερα και η μαμά δεν δούλευε, παράξενη μέρα! Παιδάκι και μαμά, με το που ξύπνησαν, αντίκρισαν στο πρώτο φως που τρύπωνε από το παράθυρο, στη γωνιά πλάι του, ένα δέντρο που άστραφτε κι έλαμπε και λαμποκοπούσε! Χιλιάδες λαμπιόνια μικροσκοπικά στραφτάλιζαν πάνω σε ένα χιόνι τόσο ντελικάτο που κανείς ποτέ δεν είχε ξαναδεί, που τύλιγε και σκέπαζε κάθε φυλλαράκι και μπαλίτσα πάνω στα κλαδιά! Και κάτω από το δέντρο των Χριστουγέννων -επειδή δέντρο Χριστουγέννων δίχως δώρα δεν γίνεται- δυο μεγάλα μάτια χρυσαφένια τους κοιτούσαν περήφανα, κουρασμένα και γαλήνια ξεχωρίζοντας μέσα από μια μαύρη γούνα, καθώς μια ρόδινη γλωσσίτσα όλο και έγλειφε κάτι άλλες μικρές μαύρες γουνίτσες από κάτω της.
Η μαμά γέλασε, αγκάλιασε σφιχτά το παιδάκι, του έδωσε ένα μεγάλο μεγάλο φιλί στο μάγουλο και είπε «Αστέρι μου, εσύ! Φως μου! Θησαυρέ μου!»

Άγγυ Βλαβιανού