Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

Η ΘΕΩΡΊΑ ΠΑΙΓΝΊΩΝ ΚΑΙ Ο JOHN NASH

Η Θεωρία Παιγνίων (Game Theory) ένας αυτοδύναμος κλάδος των μαθηματικών αυτοδύναμος, με ένα τεράστιο εύρος εφαρμογών σχεδόν στα πάντα στη καθημερινή μας ζωή. Το κύριο θέμα μελέτης του, είναι η μελέτη στρατηγικών που πρέπει να ακολουθηθούν για το ατομικό (κυρίως) καλό, αλλά και για το καλό της ομάδας πολλές φορές. Στόχος φυσικά η νίκη στο παιχνίδι (παίγνιο). Θα λέγαμε ότι πρόκειται για τη στρατηγική λήψης αποφάσεων μεταξύ μιας ομάδας ατόμων οι οποίοι ακολουθούν πάντα λογικά βήματα.
Nash
Η ομάδα αυτή ανταγωνίζεται με σκοπό το κάθε μέλος της να αποκτήσει το μεγαλύτερο όφελος-κέρδος. Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται σε διάφορες καταστάσεις όπου τα άτομα (παίκτες) αλληλεπιδρούν βάσει των αποφάσεων που λαμβάνουν. Επομένως το παίγνιο αντιπροσωπεύει την κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερες οντότητες (οι παίκτες) επιλέγουν τρόπους με τους οποίους θα ενεργήσουν (οι αποφάσεις που λαμβάνουν), δημιουργώντας έτσι καταστάσεις αλληλεξάρτησης. Η θεωρία παιγνίων δεν αναφέρεται μόνο σε παιχνίδια του τζόγου, αλλά περιλαμβάνει από απλά προβλήματα της καθημερινής μας ζωής μέχρι σε θέματα βιολογίας, πολιτικής, κοινωνιολογίας, πληροφορικής, ψυχολογίας και πολλών άλλων επιστημών.
Το ξεκίνημα της θεωρίας παιγνίων στην ταινία Beautiful Mind (Ένας υπέροχος άνθρωπος)
Η επίμαχη σκηνή: με την ξανθιά στην ταινία Beautiful Mind όπου του ήρθε η ιδέα στο Νας να περιγράψει μια καινούργια θεωρία
Στην ταίνια Beautiful Mind ο προικισμένος φοιτητής του Πρίνστον βρίσκεται σε ένα μπαράκι μαζί με άλλους συμφοιτητές του πίνοντας και δουλεύοντας στο μυαλό του τις ιδέες του.  Κάποια στιγμή κάνει την εμφάνισή της μέσα στο μπαράκι μια γυναικεία παρέα από πέντε κοπέλες, μια εντυπωσιακή ξανθιά και τέσσερις μελαχρινές. Οι τέσσερις φίλοι γοητεύονται από την ξανθιά και προκαλούν ο ένας τον άλλο για το ποιος θα καταφέρει να την κατακτήσει. Όλοι καρφώνονται πάνω της. Όλοι θέλουν αυτή και μόνο αυτή. Αμέσως μαζεύεται η παρέα και οργανώνει με τί σειρά ο καθένας θα πλησιάσουν τη ξανθιά ύπαρξη. Παρατηρώντας καλύτερα βλέπουμε ότι έχουμε ένα κλασικό παίγνιο με παίκτες (οι άντρες-φοιτητές του Πρίνστον) και οι ενέργειες που θα επιλέξει να πράξει ο καθένας να αποτελούν τις στρατηγικές του παιχνιδιού.
Αυτή η ιστορία, παρ’ όλο που πλάστηκε στο μυαλό των σεναριογράφων της ταινίας και όχι του ίδιου του Νας, μας διδάσκει ότι το καλύτερο σύστημα δεν είναι πάντα αυτό στο οποίο καθένας αγωνίζεται για το ατομικό συμφέρον του.
Τη στιγμή αυτή ο ένας από τους φοιτητές διατυπώνει τη μέχρι τότε γνωστή θεωρία που υπήρχε (Adam Smith (1723-1790)): Κάθε παίκτης (άντρας) πρέπει να κινηθεί μεμονωμένα και ανεξάρτητα χωρίς να λάβει υπόψη τη κίνηση των υπολοίπων ή ισοδύναμα «σε ένα παίγνιο το καλύτερο για μια ομάδα είναι να κάνει ο καθένας το καλύτερο που μπορεί για εκείνον». Η θεωρία αυτή του μεγάλου αυτού οικονομολόγου πρότεινε, ότι θα ήταν καλύτερο για την ομάδα εάν όλοι οι άντρες πήγαιναν για την ξανθιά, έτσι οι πιθανότητες να τη κατακτήσουν ήταν οι περισσότερες δυνατές.
Η ανακάλυψη του Νας;
Ακούγοντας ο Νας τη θεωρία του Adam Smith ξαφνικά του ήρθε μια νέα ιδέα. Κατάλαβε πως η μέχρι τότε γνωστή θεωρία του Smith ήταν ελλιπής. Συγκεκριμένα στην ταινία ο Νας (μέσω του Ράσελ Κρόου) αναφέρει:
«Εάν προσπαθήσουμε όλοι να κατακτήσουμε την ξανθιά, θα ακυρώσουμε αμοιβαία τις προσπάθειές μας και κανένας μας δεν πρόκειται να την κατακτήσει. Στη συνέχεια, όταν θα συμβιβαστούμε με τις μελαχρινές, εκείνες θα μας απορρίψουν, γιατί καμιά γυναίκα δεν θέλει να αποτελεί τη δεύτερη επιλογή. Αλλά τι θα συμβεί αν κανένας δε πάει για την ξανθιά; Δε μπαίνει ο ένας στο δρόμο του άλλου και δεν προσβάλλουμε τα άλλα κορίτσια. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να κερδίσουμε. Μπορεί όχι τη ξανθιά, αλλά σίγουρα δε θα μείνει κανένας χωρίς κοπέλα. Και φυσικά αυξάνουμε τις πιθανότητες αν πάει ένας από εμάς στη ξανθιά να τη κατακτήσει (έχοντάς τη απομονώσει από τις φίλες της)».
Το ποιος θα πάει (το λεγόμενο «σημείο εστίασης» στη θεωρία Nash) επιλέγεται αυτός με τις μεγαλύτερες πιθανότητες νίκης. Έτσι λοιπόν έλαμψαν τα μάτια του Ράσελ Κρόου στη ταινία, καθώς ουσιαστικά στεκόταν απέναντι σε μια θεωρία αιώνων μέχρι εκείνη τη στιγμή. Με περίσσιο θάρρος την αμφισβητούσε όπως πράγματι είχε κάνει ο Τζον Νας πριν ακόμα η σχιζοφρένεια κάνει την εμφάνισή της στη ζωή του.
Έτσι ο Τζον Νας, τη δεκαετία του ’50, δημιούργησε ένα νέο μαθηματικό πεδίο που ονομάστηκε«θεωρία παιγνίων»: για να κατανοήσει πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι σε διάφορες καταστάσεις. Έφτιαξε λοιπόν ένα απλοποιημένο σχήμα των σχέσεων και των ενεργειών τους και επεξεργάστηκε κάποιες εξισώσεις που τις περιέγραφαν. Το αποτέλεσμα δεν ήταν βέβαια ο μαθηματικός τύπος των ανθρώπινων σχέσεων, όμως αποδείχτηκε αρκετά σημαντικό ώστε να του χαρίσει το νόμπελ οικονομίας το 1994.
Το Θεώρημα Nash
Το θεώρημα που διατύπωσε ο Nash αναφέρει πως κάθε παίγνιο με πεπερασμένο πλήθος παικτών και ενεργειών έχει τουλάχιστον ένα σημείο ισορροπίας, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι παίκτες σκέφτονται τι μπορεί να διαλέξει ο αντίπαλος τους, προσπαθούν να καταλάβουν τη συμπεριφορά των άλλων και επιλέγουν την στρατηγική τους σύμφωνα με αυτό. επιλέγουν τις πιο συμφέρουσες για αυτούς ενέργειες, γνωρίζοντας και τις επιλογές των αντιπάλων τους.
Αυτός ο συνδυασμός στρατηγικών αποτελεί τη λεγόμενη ισορροπία Nash. Ο παίκτης επιλέγει εκείνη από τις δικές του στρατηγικές, η οποία είναι η καλύτερη απάντηση στην στρατηγική που νομίζει ότι θα επιλέξει ο άλλος παίκτης, δεδομένου ότι κάθε πεποίθηση του εκάστοτε παίκτη για το τι θα πράξει ο άλλος είναι σωστή. Επομένως κανένας παίκτης δεν έχει κίνητρο να φύγει μονομερώς από αυτήν την ισορροπία που έχει δημιουργηθεί, καθώς οποιαδήποτε αλλαγή στις στρατηγικές από οποιονδήποτε από αυτούς, θα οδηγήσει σε χαμηλότερο κέρδος από αυτό που θα είχαν αν παρέμεναν στη σωστή στρατηγική. Δυστυχώς σχεδόν όλοι σκέφτονται μόνο το προσωπικό συμφέρον, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε μη επιθυμητά αποτελέσματα.
Τζον φον Νόιμαν και θεωρία παιγνίων
«Αν παίζουν δύο, συμφέρει να μπλοφάρεις μόνο όταν έχεις τα χειρότερα χαρτιά, όχι όταν έχεις μέτρια».. Αυτός ο κανόνας αναφέρεται στο βιβλίο Theory of Games and Economic Behaviour (1944) του μαθηματικού Τζον φον Νόιμαν και του οικονομολόγου Όσκαρ Μόργκενστερν, που συγκαταλέγονται τους θεμελιωτές της θεωρίας παιγνίων.
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε μείνει μόνο δύο παίκτες. Ο μοναδικός τρόπος για να κερδίσω ενώ έχω τα χειρότερα χαρτιά είναι να μπλοφάρω. Αν περιμένω την κίνηση του αντίπαλου, θα χάσω, είτε αυτός ποντάρει είτε όχι.
Τον Φον Νόιμαν τον ενδιέφερε το πόκερ μόνο ως σημείο αφετηρίας για μια θεωρία που θα εξηγούσε κάθε είδος ανθρώπινης σχέσης, από την οικονομία ως τις σχέσεις των ζευγαριών. «Η ζωή είναι γεμάτη μπλόφες», υποστήριζε, «γεμάτη μικρές τακτικές παραπλάνησης: αυτό αποκρυπτογραφούν τα παιχνίδια της θεωρίας μου». Στόχος ομολογουμένως πολύ φιλόδοξος, ακόμα και γι’ αυτόν τον εκκεντρικό επιστήμονα που, όπως λέγεται, κατάφερνε να απομνημονεύσει μια σελίδα του τηλεφωνικού καταλόγου μέσα σε λίγα λεπτά.
Ωστόσο ο ίδιος έθεσε τη συνεργασία στους ακρογωνιαίους λίθους της θεωρίας του. Γνώριζε, πράγματι, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η συνεργασία είναι επωφελής, όπως στην παραπάνω φανταστική σκηνή της ταινίας Ένας υπέροχος άνθρωπος.
Υπολογισμός της «ωφέλειας»
Στα παιχνίδια όπου μπορεί να καθοριστεί η «ωφέλεια» κάθε παίκτη μπορούν να βρεθούν πολύ συγκεκριμένες λύσεις. Ένα καλό παράδειγμα είναι η διαπραγμάτευση, την οποία μελέτησε ο Νας το 1950: δύο άτομα πρέπει να μοιραστούν ένα χρηματικό ποσό, ο ένας είναι πλούσιος ενώ ο άλλος όχι. Ενώ ο φτωχός, λόγω ανάγκης, θα ικανοποιηθεί ακόμα και με λίγα, ο πλούσιος, λόγω ισχύος, θα ευχαριστηθεί μόνο με πολλά χρήματα. Αυτό το μοντέλο οδηγεί σε ένα άνισο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση που έλυσε ο Νας, αν το ποσό είναι 500 ευρώ, ο πλούσιος θα πάρει 310 ενώ ο φτωχός μόλις 190.
Ο Νας λαμβάνει υπόψη ένα θεμελιώδη παράγοντα: τα πράγματα, ακόμα και το χρήμα, έχουν διαφορετική αξία για κάθε άτομο και αυτό επηρεάζει το παιχνίδι.
Αυτό το συμπέρασμα μπορεί να μοιάζει κυνικό, όμως η ίδια θεωρία μπορεί να εκφράσει συναισθήματα αγάπης, αλτρουισμού και φιλανθρωπίας. Ένα παράδειγμα είναι το παρακάτω. Ένας πατέρας παίζει μουτζούρη με το μικρό γιο του και οι κανόνες είναι απλοί: χάνει όποιος μείνει στο τέλος με το μουτζούρη. Αν το παιδί με κάποιον τρόπο δώσει στο γονέα του να καταλάβει ποιο χαρτί είναι ο μουτζούρης, παρ’ όλο που οι κανόνες προβλέπουν ότι χάνει αυτός που μένει με το μουτζούρη, ο πατέρας και πάλι θα το πάρει. Γιατί σε αυτή την περίπτωση η ωφέλειά του δεν είναι τόσο να νικήσει ο ίδιος όσο να δει το παιδί ευχαριστημένο. Ο αλτρουισμός των παικτών είναι ένα στοιχείο του παιχνιδιού και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου η θεωρία να περιγράψει, έστω και τμηματικά, τη ζωή.

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

ΠΩΣ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΆ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΊΑ ΔΙΑΤΗΡΟΎΝ ΜΙΑ ΙΔΙΑΊΤΕΡΗ ΕΡΩΤΙΚΉ ΣΧΈΣΗ

Έχοντας αμέτρητα πράγματα να «χωρίσουν», οι θεωρητικές και οι θετικές επιστήμες αποτελούν ξεχωριστή επιλογή κάθε μαθητή του λυκείου που έρχεται στην δύσκολη θέση να διαλέξει μεταξύ… δύο βασικών κλάδων της επιστήμης.
greek_philosopher_busts
Το ταλέντο στα μαθηματικά, ή η έφεση στα αρχαία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά που θα οδηγήσουν τους μαθητές στην επιλογή της κατεύθυνσης τους. Μια επιλογή που έρχεται να αποκλείσει σε τεράστιο βαθμό κάθε επαφή με την… θεωρητικά αντίθετη επιστήμη. Γιατί όμως στηρίζουμε αυτό το ξεκάθαρο διαχωρισμό μεταξύ θετικών και θεωρητικών επιστημών;
Αδιαμφισβήτητα, μαθηματικά και φιλοσοφία είναι δυο διαφορετικές επιστήμες. Ειδικότερα στην εποχή μας, όπου κάθε επιστήμη εμβαθύνει όσο το δυνατόν παραπάνω στην εξειδίκευση, όπου κάθε σχολή έχει τη τάση να διαφοροποιείται από τις διπλανές της, η βαθιά και σημαντική σχέση που διατηρούσαν οι θεωρητικές και οι θετικές επιστήμες έχει αποδυναμωθεί εμφανώς.
Προφανώς και οι ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί στη σημερινή εποχή, ως ένα σημείο «εμποδίζουν» τη συστηματική ενασχόληση με θεματικούς κύκλους που ξεφεύγουν από το καθαρό γνωστικό αντικείμενο κάθε επιστήμονα. Η τεχνολογική ανάπτυξη σίγουρα έχει «βοηθήσει» στο διαχωρισμό κάθε επιστήμης. Η πλήρης αφοσίωση κάθε επιστήμονα στα… γνωστά μονοπάτια του αντικειμένου του όμως ήδη εμφανίσει αρνητικά στοιχεία.
Οταν ο Πλάτωνας δημιουργούσε τη φημισμένη σχολή του το 387 π.Χ, φρόντισε με μια επιγραφή σε κεντρικό κτίριο να περάσει ένα σημαντικότατο μήνυμα. Το ρητό «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω μου την στέγην» εξηγούσε ακριβώς τη στάση που κρατούσε ο αρχαίος φιλόσοφος απέναντι στα μαθηματικά, την επιστήμη που πλέον κανένας θεωρητικός επιστήμονας δεν… παίρνει στα σοβαρά.
Σε όλες τις εποχές της κουλτούρας και της μάθησης υπήρξαν φιλόσοφοι-μαθηματικοί και μαθηματικοί – φιλόσοφοι. Ο γνωστός μαθηματικος Μπερνάντ Μπολζάνο, το 19ο αιώνα είχε δηλώσει πως: «Ενας αδύνατος μαθηματικός δεν θα γίνει ποτέ δυνατός φιλόσοφος.» Η σχέση που συνδέει μαθηματικά και φιλοσοφία, αλλά και γενικότερα θεωρητικές και θετικές επιστήμες, είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί να περνά ανυπολόγιστη από όσους επιστήμονες θέλουν να διακριθούν.
Ο βασικός συνδετικός κρίκος μεταξύ των δυο επιστήμων είναι η έννοια της λογικής, Οποιος έχει εμβαθύνει έστω και λίγο σε κάποια θεωρητική ή θετική επιστήμη, γνωρίζει τη βασική τους λογική. Είτε μαθηματικά είτε φιλοσοφία όμως, ο τρόπος σκέψης είναι κατά βάση ίδιος. Η λογική της απόδειξης, της πλήρους τεκμηρίωσης κάθε δεδομένου που προκύπτει, είναι κοινή και για τις δύο επιστήμες. Τα λογικά βήματα που ακολουθούνται, είναι σε μεγάλο βαθμό κοινά.
Φιλοσοφία και μαθηματικά είναι δυο επιστήμες που αναπτύσσονται ταυτόχρονα. Το εντυπωσιακό χαρακτηριστικό τους όμως είναι πως και όσο διαφορετικά και να δείχνουν, αλληλοστηρίζονται ώστε να αναπτυχθούν. Το πρακτικό στοιχείο των μαθηματικών βοηθά την εξέλιξη της φιλοσοφίας και αντίστοιχα το θεωρητικό κομμάτι της φιλοσοφίας αποτελεί πηγή έμπνευσης νεοφώτιστων μαθηματικών. Εχοντας κοινή λογική, εφαρμόζοντας τους ίδιους νοηματικούς κανόνες, οι δύο επιστήμες συμπλέουν αρμονικά.
Αλλωστε, κάθε μαθηματική ανακάλυψη αποτελεί αντικείμενο φιλοσοφικών αναζητήσεων. Κάθε μαθηματικό μοντέλο χρειάζεται τη συμβολή της φιλοσοφίας ώστε να αναδειχθεί και να μετατραπεί σε πρακτική εφαρμογή μέσα στη κοινωνία. Με την ίδια λογική, κάθε φιλοσοφική ρήση αποτελεί πηγή ιδεών για τους θετικούς επιστήμονες, δίνοντας τους την ευκαιρία να ανακαλύψουν νέες πτυχές του αντικειμένου τους,
Λαμβάνοντας υπόψιν τα σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά δύο τόσο… διαφορετικών επιστημών, είναι απορίας άξιο πως μαθηματικά και φιλοσοφία έχουν καταλήξει να είναι δυο εκ διαμέτρου αντίθετα γνωστικά αντικείμενα. Με βάση την… ερωτική σχέση που διατηρούν εδώ και τόσους αιώνες, θα έπρεπε κάθε φιλόσοφος και κάθε μαθηματικός να «αγαπούν» εξίσου και τις δύο επιστήμες. Ισως αυτό αποτελέσει μια λύση στη μονοδιάστατη λογική που τείνει να αφομοιώσει η σημερινή κοινωνία.

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

ΓΙΑΤΊ ΝΑ ΥΠΆΡΧΕΙ ΚΆΤΙ, ΑΝΤΊ ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΌΛΥΤΟ ΤΊΠΟΤΑ;

Γιατί υπάρχει το σύμπαν; Πρόκειται για ένα κοσμικό μυστήριο. Γιατί υπάρχει ο κόσμος, γιατί ζούμε σ’ αυτόν, γιατί υπάρχει κάτι αντί για ένα απόλυτο τίποτα; Αυτή είναι η ύψιστη ερώτηση που ρωτάει «γιατί». Ο φιλόσοφος Άρθουρ Σόπενχαουερ είπε ότι αυτοί που δεν αναρωτιούνται για τη συγκυρία της ύπαρξής τους, για τη συγκυρία της ύπαρξης του κόσμου, είναι διανοητικά ανεπαρκείς. Είναι λίγο σκληρό αλλά ισχύει.
universemap
Έτσι αυτό έχει ονομαστεί το υπέρτατο και φοβερότερο μυστήριο, η πιο βαθιά και πιο ευρεία ερώτηση που μπορεί να θέσει ο άνθρωπος. Προβλημάτισε μεγάλους στοχαστές.
Ο Λούτβιγκ Βιτγκενστάιν, ο μεγαλύτερος ίσως φιλόσοφος του 20ού αιώνα, ήταν έκπληκτος με την ίδια την ύπαρξη του κόσμου.Έγραψε στο βιβλίο του «Τρακτάτους», Δήλωση/Θεώρημα 4.66,«Το μυστήριο δεν είναι το πώς είναι τα πράγματα στον κόσμο, αλλά το ότι ο κόσμος υπάρχει».
Κι αν δε σας αρέσει η χρήση επιγραμμάτων από φιλοσόφους, δείτε ένα επίγραμμα επιστήμονα. Ο John Archibald Wheeler, απ’ τους κορυφαίους φυσικούς του 20ού αιώνα, δάσκαλος του Ρίτσαρντ Φάινμαν, του επινοητή του όρου «μαύρη τρύπα», είπε: «Θέλω να ξέρω γιατί υπάρχει το κβάντο, γιατί δημιουργήθηκε το σύμπαν, γιατί η ύπαρξη;»
Και o Μάρτιν Άμις είπε κάποτε ότι απέχουμε πέντε Αϊνστάιν από το να απαντήσουμε το μυστήριο της δημιουργίας του σύμπαντος.
Έτσι αυτή η ερώτηση, γιατί υπάρχει κάτι αντί για τίποτα, αυτή η υπέρτατη ερώτηση τέθηκε αρκετά αργά στην ιστορία της διανόησης. Ήταν προς το τέλος του 17ου αιώνα, που έθεσε την ερώτηση ο φιλόσοφος Λάιμπνιτς, ο οποίος επινόησε τον λογισμό ανεξάρτητα από τον Νεύτωνα σχεδόν την ίδια περίοδο. Για τον Λάιμπνιτς, που ρωτούσε γιατί υπάρχει κάτι αντί για τίποτα, αυτό δεν ήταν μεγάλο μυστήριο. Είτε ήταν, είτε παρίστανε ότι ήταν ένας Ορθόδοξος Χριστιανός στη μεταφυσική του τοποθέτηση, και είπε ότι είναι ξεκάθαρο γιατί υπάρχει ο κόσμος: επειδή τον δημιούργησε ο Θεός.
Και, πράγματι, ο Θεός δημιούργησε από το απόλυτο τίποτα. Τόσο ισχυρός είναι ο Θεός. Δεν χρειάζεται προϋπάρχοντα υλικά για να φτιάξει έναν κόσμο. Μπορεί να τον δημιουργήσει από το απόλυτο κενό, δημιουργία εκ του μηδενός. Παρεμπιπτόντως, αυτό πιστεύουν σήμερα οι περισσότεροι Αμερικάνοι.Για αυτούς δεν υφίσταται μυστήριο της ύπαρξης. Το έφτιαξε ο Θεός.
Ας το βάλουμε λοιπόν σε μια εξίσωση. Άρα είναι Θεός + τίποτα = ο κόσμος.
Εντάξει; Αυτή είναι λοιπόν η εξίσωση. Και ίσως να μην πιστεύετε στον Θεό. Ίσως είστε ένας επιστημονικός άθεος ή ένας μη επιστημονικός άθεος, και δεν πιστεύετε στον Θεό, και δεν σας ικανοποιεί αυτό.
Παρεμπιπτόντως, ακόμα και αν έχουμε αυτή την εξίσωση, Θεός + τίποτα = ο κόσμος, υπάρχει ήδη ένα πρόβλημα.
Γιατί υπάρχει ο Θεός; O Θεός δεν υπάρχει βάσει λογικής εκτός αν πιστεύετε στο οντολογικό επιχείρημα, κι ελπίζω πως όχι, διότι δεν είναι καλό επιχείρημα. Άρα είναι πιθανό, αν υπάρχει Θεός, ότι αναρωτιέται, είμαι αιώνιος, είμαι παντοδύναμος, αλλά από πού προήλθα; Πόθεν προήλθα; Ο Θεός χρησιμοποιεί πιο επίσημη γλώσσα.
Και έτσι μια θεωρία είναι ότι ο Θεός είχε βαρεθεί τόσο πολύ να αναλογίζεται τον γρίφο της ύπαρξης Του που έφτιαξε τον κόσμο για να ξεχαστεί. Χωρίς τον Θεό στην εξίσωση έχουμε_________ + τίποτα = ο κόσμος. Βέβαια, αν είστε Βουδιστής, ίσως θέλετε να σταματήσετε εδώ ακριβώς, επειδή βασικά αυτό που έχετε είναι τίποτα = ο κόσμος, και η συμμετρία της ταυτότητας συνεπάγεται ο κόσμος = τίποτα.
Και για έναν Βουδιστή ο κόσμος είναι ένα μεγάλο τίποτα. Είναι απλά ένα μεγάλο κοσμικό κενό. Και πιστεύουμε ότι υπάρχουν πολλά εκεί έξω αλλά μόνο επειδή είμαστε υπόδουλοι των επιθυμιών μας. Αν αφήσουμε τις επιθυμίες μας κατά μέρος, θα δούμε τον κόσμο όπως πραγματικά είναι, ένα κενό, μια ανυπαρξία, και θα βυθιστούμε σε μια ευτυχισμένη νιρβάνα η οποία έχει οριστεί ως το να έχουμε τόση μόνο ζωή ώστε να απολαύσουμε τον θάνατο.
wall
Αυτός είναι ο βουδιστικός τρόπος σκέψης. Αλλά είμαι κάτοικος της Δύσης και με απασχολεί ακόμα ο γρίφος της ύπαρξης, για αυτό έχω  _________ + τίποτα = ο κόσμος.
Τι θα βάλουμε στο κενό;
Τι λέτε για την επιστήμη; Η επιστήμη είναι ο καλύτερός μας οδηγός στη φύση της πραγματικότητας, και η πιο θεμελιώδης επιστήμη είναι η φυσική. Αυτή μας λέει ποια όντως είναι η γυμνή πραγματικότητα, αυτή αποκαλύπτει αυτό που ονομάζω ΑΚΑΕΤΣ, το Αληθινό Και Απόλυτο Εξάρτημα Του Σύμπαντος.
Ίσως λοιπόν η φυσική μπορεί να καλύψει αυτό το κενό και, πράγματι, μέχρι το τέλος του 1960 ή γύρω στο 1970, οι φυσικοί φαίνεται πως έδιναν μια καθαρά επιστημονική εξήγηση στο πώς ένα σύμπαν σαν το δικό μας έκανε την εμφάνιση του μέσα από την απόλυτη ανυπαρξία, μια κβαντική διακύμανση προερχόμενη από το κενό.
Ο Στίβεν Χόκινγκ είναι ένας από τους φυσικούς που έχουν αποκλείσει τον Θεό, όπως ο Άλεξ Βιλένκιν και ο Λόρενς Κράους, που έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Ένα Σύμπαν από το Τίποτε». Οι νόμοι της θεωρίας του κβαντικού πεδίου, η πλέον σύγχρονη φυσική, μπορεί να δείξει πώς από την απόλυτη ανυπαρξία, χωρίς χώρο, χρόνο, υλικά, τίποτα, ένα μικρό ψήγμα ανυπόστατου τίποτα μπορεί να μεταβληθεί σε ύπαρξη, και μετά, μέσω του θαύματος της εμφύσησης, να αναπτυχθεί ξαφνικά σε αυτόν τον τεράστιο και πολύχρωμο κόσμο που βλέπουμε γύρω μας.
Εντάξει, πρόκειται για ένα πραγματικά εφευρετικό σενάριο. Είναι πολύ υποθετικό. Συναρπαστικό. Αλλά έχω ένα μεγάλο πρόβλημα με αυτό, το οποίο είναι: Είναι μια ψευδοθρησκευτική άποψη. Βέβαια ο Λόρενς Κράους πιστεύει ότι είναι άθεος, αλλά είναι ακόμη δέσμιος μιας θρησκευτικής κοσμοθεωρίας. Αντιλαμβάνεται τους νόμους της φυσικής σαν να είναι θεϊκές εντολές.
Οι νόμοι της θεωρίας του κβαντικού πεδίου είναι για αυτόν σαν την εντολή: «Γεννηθήτω φως». Οι νόμοι έχουν ένα είδος οντολογικής δύναμης ή ισχύος που μπορούν να διαμορφώσουν την άβυσσο, που κυοφορεί την ύπαρξη. Μπορούν να δημιουργήσουν έναν κόσμο από το τίποτα. Αλλά είναι μια πολύ απλοϊκή άποψη περί των φυσικών νόμων, σωστά;
Γνωρίζουμε ότι οι νόμοι της φυσικής είναι στην πραγματικότητα γενικευμένες περιγραφές σχεδίων και κανονικοτήτων στον κόσμο. Δεν υπάρχουν έξω από τον κόσμο. Δεν έχουν οντικό σύννεφο από μόνοι τους. Δεν μπορούν να δημιουργήσουν έναν κόσμο από το τίποτα. Είναι μια πολύ ξεπερασμένη άποψη του τι είναι ένας επιστημονικός νόμος.
Γιατί υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα; 
Γιατί υπάρχουμε εμείς; 
Γιατί αυτό το σύνολο νόμων και όχι κάποιο άλλο; 
Πρόκειται για το έσχατο ερώτημα της Ζωής, του Σύμπαντος και των Πάντων….
Απόσπασμα από το βιβλίο «Το Μεγάλο Σχέδιο» των Stephen Hawking και Leonard Mlodinow
Και αν δεν με πιστεύετε σε αυτό, ακούστε τον Στίβεν Χόκινγκ, που και ο ίδιος πρότεινε ένα μοντέλο του κόσμου που ήταν αυτοδύναμο, δεν απαιτούσε καμία εξωτερική αιτία, κανέναν δημιουργό, και μετά από αυτή την πρόταση του, ο Χόκινγκ παραδέχτηκε ότι ακόμα ήταν προβληματισμένος. Είπε ότι αυτό το μοντέλο αποτελείται μόνο από εξισώσεις.
Τι δίνει πνοή σε αυτές τις εξισώσεις και δημιουργεί έναν κόσμο που αυτές θα περιγράψουν; Προβληματίστηκε με αυτό, άρα οι εξισώσεις δεν μπορούν να λειτουργήσουν από μόνες τους, δεν μπορούν να λύσουν τον γρίφο της ύπαρξης. Αλλά ακόμα κι αν οι νόμοι της φυσικής μπορούσαν να το κάνουν, γιατί να είναι οι συγκεκριμένοι νόμοι; Γιατί η θεωρία του κβαντικού πεδίου που περιγράφει ένα σύμπαν με ορισμένο αριθμό δυνάμεων, σωματιδίων και λοιπά; Γιατί όχι ένα τελείως διαφορετικό σύνολο κανόνων; Υπάρχουν πάρα πολλά μαθηματικά σταθερά σύνολα κανόνων. Γιατί όχι χωρίς νόμους; Γιατί όχι καθαρή ανυπαρξία;
Άρα είναι ένα πρόβλημα, είτε το πιστεύετε είτε όχι, που απασχολεί αρκετά τους φυσικούς που το εξετάζουν, και σε αυτό το σημείο στρέφονται στο μεταφυσικό, και λένε ότι ίσως το σύνολο των νόμων που περιγράφει το σύμπαν μας, ένα απλά ένα από πολλά σύνολα νόμων και περιγράφει ένα μέρος της πραγματικότητας, αλλά ίσως κάθε σταθερό σύνολο νόμων περιγράφει ένα διαφορετικό κομμάτι της πραγματικότητας, και στην πραγματικότητα όλοι οι πιθανοί φυσικοί κόσμοι όντως υπάρχουν και είναι όλοι εκεί έξω.
Βλέπουμε μόνο ένα μικρό μέρος της πραγματικότητας που περιγράφεται από τους νόμους του κβαντικού πεδίου, αλλά υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί κόσμοι, κομμάτια της πραγματικότητας που περιγράφονται από διαφορετικές θεωρίες που διαφέρουν από τις δικές μας με τρόπους που δεν φανταζόμαστε, που είναι ασύλληπτα εξωτικοί.
Ο Στήβεν Γουάϊνμπεργκ, ο πατέρας του πρότυπου μοντέλου της μοριακής φυσικής, έχει στην ουσία και ο ίδιος φλερτάρει με την ιδέα ότι όλες οι πιθανές πραγματικότητες όντως υπάρχουν. Επίσης, ένας νεότερος φυσικός, ο Μαξ Τέγκμαρκ, που πιστεύει ότι υπάρχουν όλες οι μαθηματικές δομές, και η μαθηματική ύπαρξη είναι το ίδιο με τη φυσική ύπαρξη, έχουμε λοιπόν αυτό το τεράστια πλούσιο πολυσύμπαν που περικλείει κάθε λογική πιθανότητα.
Τώρα, παίρνοντας αυτή τη μεταφυσική λύση, αυτοί οι φυσικοί και φιλόσοφοι βασικά προσεγγίζουν μια πολύ παλιά ιδέα που αποδίδεται στον Πλάτωνα. Είναι η αρχή της πληρότητας ή γονιμότητας, ή η μεγάλη αλυσίδα της ύπαρξης, ότι η πραγματικότητα είναι όντως όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη.Αποστασιοποιείται από την ανυπαρξία όσο περισσότερο γίνεται.
Άρα έχουμε δύο άκρα αντίθετα.
Έχουμε από τη μια πλευρά την απόλυτη ανυπαρξία, και αυτή την οπτική της πραγματικότητας που περικλείει κάθε κόσμο που μπορούμε να αντιληφθούμε στον αντίθετο άκρο: την πιο πλήρως πιθανή πραγματικότητα, την ανυπαρξία, την απλούστερη πιθανή πραγματικότητα.
Τι βρίσκεται όμως ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα; Κάθε είδους ενδιάμεσες πραγματικότητες που περιλαμβάνουν κάποια πράγματα και αποκλείουν κάποια άλλα. Μια από τις ενδιάμεσες πραγματικότητες είναι, ας πούμε, η πιο καλαίσθητη μαθηματικά πραγματικότητα, που αποκλείει τα άχαρα κομμάτια, τις άσχημες ασυμμετρίες και πάει λέγοντας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιοι φυσικοί που θα σας πουν ότι όντως ζούμε στην πιο καλαίσθητη πραγματικότητα. Ο Μπράιαν Γκριν, που έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο: «Το Κομψό Σύμπαν», ισχυρίζεται ότι το σύμπαν στο οποίο ζούμε είναι καλαίσθητο από μαθηματικής απόψεως. Μην τον πιστεύετε. Είναι ευσεβής πόθος, μακάρι να ίσχυε, αλλά νομίζω ότι πριν λίγο καιρό παραδέχτηκε πως πρόκειται για ένα άσχημο σύμπαν. Είναι βλακωδώς κατασκευασμένο, έχει υπερβολικά πολλές αυθαίρετες σταθερές σύζευξης και αναλογίες μάζας και περιττές οικογένειες στοιχειωδών σωματιδίων, και τι στο καλό είναι η σκοτεινή ενέργεια; Είναι μια δυσλειτουργική θεώρηση. Δεν είναι ένα καλαίσθητο σύμπαν.
Υπάρχει βέβαια και ο καλύτερος από όλους τους πιθανούς κόσμους από ηθικής πλευράς. Καλό θα ήταν να σοβαρευτείτε τώρα, καθώς ένας κόσμος στον οποίο συνειδητά πλάσματα δεν υποφέρουν άσκοπα, στον οποίο δεν υπάρχουν πράγματα όπως ο παιδικός καρκίνος ή το Ολοκαύτωμα. Είναι μια ηθική σύλληψη. Τέλος πάντων, μεταξύ ανυπαρξίας και πληρέστερης πιθανής πραγματικότητας, υπάρχουν ειδικές πραγματικότητες. Η ανυπαρξία είναι ιδιαίτερη. Είναι η πιο απλή. Μετά έχουμε την πιο καλαίσθητη πιθανή πραγματικότητα. Είναι κάτι ιδιαίτερο.Η πληρέστερη πιθανή πραγματικότητα είναι κάτι ιδιαίτερο.
Αλλά τι ξεχνάμε; Υπάρχουν και οι ευτελείς, κοινές πραγματικότητες που δεν είναι σε καμία περίπτωση ιδιαίτερες, είναι κάπως τυχαίες. Απέχουν απείρως από την ανυπαρξία, αλλά δεν φτάνουν με τίποτα την πλήρη ολοκλήρωση. Είναι ένας συνδυασμός χάους και τάξης, μαθηματικής καλαισθησίας και ασχήμιας.
Θα περιέγραφα αυτές τις πραγματικότητες ως ένα απέραντο, μέτριας ποιότητας, ατελές χάλι, μια γενικόλογη πραγματικότητα, ένα είδος κοσμικής προχειρότητας. Και αυτές οι πραγματικότητες, υπάρχει κάποια θεότητα σε κάποια από αυτές; Ίσως, αλλά η θεότητα δεν είναι τέλεια όπως αυτή των Ιουδαιο-Χριστιανών. Αυτή η θεότητα δεν είναι ούτε πανάγαθη ούτε παντοδύναμη. Μπορεί, αντιθέτως, να είναι 100 τοις εκατό κακόβουλη αλλά μόνο 80 τοις εκατό αποτελεσματική, το οποίο απεικονίζει λίγο ή πολύ τον κόσμο γύρω μας.
Έτσι θα ήθελα να προτείνω ότι η λύση στο μυστήριο της ύπαρξης είναι ότι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε είναι μία από τις κοινές πραγματικότητες. Η πραγματικότητα πρέπει να καταλήγει κάπου. Μπορεί να καταλήγει στο να είναι ένα τίποτα ή τα πάντα ή κάτι ενδιάμεσο. Έχει λοιπόν κάποιο ξεχωριστό στοιχείο, είναι δηλαδή πραγματικά καλαίσθητη ή πλήρης ή πραγματικά απλή, όπως η ανυπαρξία, αυτό θα απαιτούσε μια εξήγηση. Αλλά εάν είναι μια από αυτές τις τυχαίες, κοινές πραγματικότητες, δεν υπάρχει περαιτέρω εξήγηση. Και πράγματι, θα έλεγα ότι αυτή είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε.
Αυτό μας λέει η επιστήμη. Το 2014 πήραμε την συναρπαστική πληροφορία ότι η θεωρία της εμφύσησης, που προβλέπει μια μεγάλη, άπειρη, άτακτη, αυθαίρετη, άσκοπη πραγματικότητα, είναι σαν μια μεγάλη αφρίζουσα σαμπάνια που αναβλύζει ατελείωτα από ένα μπουκάλι, ένα τεράστιο σύμπαν, κυρίως άγονη γη με μικρούς θύλακες γοητείας και τάξης και ειρήνης, έχει επιβεβαιωθεί, αυτό το σενάριο της εμφύσησης, από τις παρατηρήσεις που έγιναν με ραδιοτηλεσκόπια στην Ανταρκτική που εξέτασαν τα χαρακτηριστικά των βαρυτικών κυμάτων ακριβώς πριν τη Μεγάλη Έκρηξη. Είμαι σίγουρος ότι όλοι το γνωρίζετε. Έτσι τέλος πάντων, πιστεύω ότι υπάρχει κάποια απόδειξη για το γεγονός ότι έχουμε καταλήξει σε αυτή την πραγματικότητα.
Τώρα βέβαια, γιατί θα έπρεπε να σας νοιάζει η ερώτηση «Γιατί υπάρχει ο κόσμος;». Είναι η κοσμική ερώτηση, που μοιάζει με μια πιο προσωπική ερώτηση: Γιατί υπάρχω; Γιατί υπάρχεις; ξέρετε, η ύπαρξη μας θα έμοιαζε να είναι απίστευτα απίθανη, επειδή υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός γενετικά πιθανών ανθρώπων, αν τον υπολογίσετε από τον αριθμό των γονιδίων και των αλληλόμορφων γονιδίων κ.λπ. ένας πρόχειρος υπολογισμός θα σας πει ότι υπάρχουν περίπου 10 στην 10.000τη πιθανοί άνθρωποι, γενετικά. Είναι ανάμεσα στο 10 στην 100τη και στο 10 στην δύναμη του 10 στην 100τη. Κι ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν πραγματικά υπάρξει είναι 100 δις, ίσως 50 δις, ένα απειροελάχιστο κλάσμα, άρα όλοι έχουμε κερδίσει το καταπληκτικό κοσμικό λαχείο. Είμαστε εδώ. Εντάξει.
Σε τι είδους πραγματικότητα θέλουμε λοιπόν να ζούμε; Θέλουμε να ζούμε σε μια ξεχωριστή πραγματικότητα; Τι κι αν ζούσαμε στην πιο καλαίσθητη πιθανή πραγματικότητα; Φανταστείτε την υπαρξιακή πίεση που θα δεχόμασταν για να είμαστε ανάλογα καλαίσθητοι, να μην αποτύχουμε στις προσδοκίες της. Και αν ζούσαμε στην πιο ολοκληρωμένη πιθανή πραγματικότητα; Τότε η ύπαρξη μας θα ήταν εγγυημένη, επειδή κάθε πιθανό πράγμα υπάρχει σε αυτή την πραγματικότητα, αλλά οι επιλογές μας δεν θα είχαν νόημα. Αν πραγματικά ζορίζομαι ηθικά και αγωνίζομαι και αποφασίζω να κάνω το σωστό, τι διαφορά έχει, αφού υπάρχει ένας άπειρος αριθμός εκδοχών του εαυτού μου που επίσης κάνει το σωστό κι άπειρος αριθμός που κάνει το λάθος.
Έτσι οι επιλογές μου δεν έχουν νόημα. Άρα δεν θέλουμε να ζούμε σε ιδιαίτερη πραγματικότητα. Κι όσον αφορά την ξεχωριστή πραγματικότητα της ανυπαρξίας, δεν θα συζητούσαμε κάτι τέτοιο. Έτσι πιστεύω ότι ζώντας σε μια κοινή πραγματικότητα που είναι μέτρια, έχει καλά και κακά, και θα μπορούσαμε να κάνουμε τα καλά περισσότερα και τα κακά λιγότερα και αυτό δίνει στη ζωή μας κάποιο σκοπό. Το σύμπαν είναι παράλογο, αλλά μπορούμε να έχουμε ένα σκοπό και αυτό είναι καλό, και η γενική μετριότητα της πραγματικότητας αντηχεί κάπως όμορφα με τη μετριότητα που όλοι αισθανόμαστε στην ουσία της ύπαρξης μας. Ξέρω ότι το αισθάνεστε. Ξέρω ότι όλοι είστε ξεχωριστοί,αλλά και κάπως κρυφά μέτριοι, δεν νομίζετε; (Γέλια) (Χειροκρότημα)
Τέλος πάντων, μπορούμε να πούμε ότι αυτό το μυστήριο της ύπαρξης, είναι απλά ανούσιες θεωρητικολογίες. Δεν εκπλήσσεστε από την ύπαρξη του σύμπαντος και έχετε καλή παρέα. Ο Μπέρτραντ Ράσελ είπε, «Θα πρέπει να πω ότι το σύμπαν είναι απλώς εκεί, και αυτό είναι όλο». Είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Και ο καθηγητής μου στο Κολούμπια, ο Σίντνει Μοργκενμπέσερ, σπουδαίος φαρσέρ της φιλοσοφίας, όταν του είπα, «Καθηγητά Μοργκενμπέσερ, γιατί υπάρχει εκεί έξω κάτι αντί για τίποτα;» Μου είπε, «Ε, καλά, ακόμα και αν δεν υπήρχε τίποτα, πάλι δεν θα ήσουν ευχαριστημένος.»
Οπότε εντάξει. Ώστε δεν εκπλήσσεστε. Δεν με νοιάζει. Αλλά θα σας πω κάτι για να καταλήξω και σας εγγυώμαι ότι θα σας εκπλήξει, επειδή έχει εκπλήξει όλους τους έξυπνους, υπέροχους ανθρώπους που συνάντησα στο συνέδριο TED, όταν τους το είπα, και είναι το εξής: Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα κινητό τηλέφωνο. Σας ευχαριστώ.
Jim Holt, φιλόσοφος, συγγραφέας και συνεργάτης του περιοδικού The New Yorker. Ο Χολτ έχει γράψει περί του χρόνου, του απείρου, του Αϊνστάιν, της θεωρίας των χορδών, της αγιοσύνης, της αλήθειας και των ανοησιών (bullshit, επί λέξει). Επίσης είναι συστηματικός και φανατικός συλλέκτης ανεκδότων και ζει στο Βίλατζ της Νέας Υόρκης

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΆ ΑΠΛΉ ΑΠΆΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΕΡΏΤΗΜΑ “ΓΙΑΤΊ ΥΠΆΡΧΟΥΜΕ; ΓΙΑΤΊ ΥΠΆΡΧΕΙ ΖΩΉ;

Πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί για ποιο λόγο υπάρχετε; Ποιο είναι το νόημα και ο σκοπός της ζωής; Είναι όμως παρηγορητικό ότι μπορούμε να παρακάμψουμε το μεταφυσικό γιατί, απαντώντας στο πώς.
earth
Πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί για ποιο λόγο υπάρχετε; Ποιο είναι το νόημα και ο σκοπός της ζωής; Ο πλανήτης Γη γιατί να υπάρχει; Τα αστέρια και το σύμπαν; Να υπάρχει άραγε κάτι πιο υπερβατικό απ’ όσα μας γίνονται αντιληπτά μέσω των αισθήσεων και των επιστημονικών οργάνων; Κανείς δε γνωρίζει. Συχνά, μάλιστα, έχω την αίσθηση, ότι όσοι με περισσή αυτοπεποίθηση κηρύσσουν την ‘αλήθεια’, μέσα τους εξακολουθούν να θρέφουν μια ανομολόγητη αμφιβολία.
Σε έναν κόσμο, λοιπόν, όπου η αβεβαιότητα μοιάζει να είναι η μόνη βεβαιότητα και τα μεταφυσικά ερωτήματα παραμένουν αιώνια αναπάντητα, η συνειδητοποίηση κάποιων απλών απαντήσεων σε πιο προσεγγίσιμα, θετικά ερωτήματα ίσως είναι μια παρηγοριά. Είναι παρηγορητικό ότι μπορούμε να παρακάμψουμε το μεταφυσικό γιατί, απαντώντας στο πώς.
Σε έναν κόσμο, λοιπόν, όπου η αβεβαιότητα μοιάζει να είναι η μόνη βεβαιότητα και τα μεταφυσικά ερωτήματα παραμένουν αιώνια αναπάντητα, η συνειδητοποίηση κάποιων απλών απαντήσεων σε πιο προσεγγίσιμα, θετικά ερωτήματα ίσως είναι μια παρηγοριά. Είναι παρηγορητικό ότι μπορούμε να παρακάμψουμε το μεταφυσικό γιατί, απαντώντας στο πώς. Παραδείγματος χάριν, μπορούμε να ανταλλάξουμε το μεταφυσικό ερώτημα: «Γιατί υπάρχει το φαινόμενο της ζωής;» με το θετικό: «Πώς προέκυψε το φαινόμενο της ζωής;».
Ναι, σε αυτά τα ερωτήματα έχουμε απαντήσεις ή, τουλάχιστον, είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε λογικές υποθέσεις με επιστημονικά ελέγξιμη βάση. Μια βάση που είναι τοπoθετημένη σε πλαίσιο κατανοητό από την προσωρινή και ταπεινή μας ύπαρξη. Μπορεί, λοιπόν, η επιστήμη να προσφέρει κάποια χρήσιμη και ουσιώδη απάντηση στο ερώτημα «Πώς προέκυψε το φαινόμενο της ζωής;»;
richard-dawkinsΟ εξελικτικός βιολόγος Richard Dawkins, συγγραφέας του βιβλίου ‘Το Εγωιστικό Γονίδιο’
Νομίζω πως ναι. Τη διατυπώνει με άνεση και ευστοχία ένας εξαιρετικός εκλαϊκευτής της δαρβινικής εξέλιξης, ο Βρετάνος βιολόγος Richard Dawkins, στο βιβλίο που τον έκανε διάσημο: το Εγωιστικό Γονίδιο. Καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση του, έβλεπα τα κομμάτια του παζλ να συναρμόζονται ένα-ένα και δε θα ξεχάσω ποτέ το γνωστικό/συγκινησιακό αποτύπωμα που μου άφησε η αφομοίωση του εξής λογικού σχήματος:
  • 4,1 έως 3,8 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, και ενώ η αρχέγονη χημική σούπα της Γης ακόμη αναμοχλευόταν, κάποια μόρια εμφανίστηκαν με την εξής απλή, αλλά σημαντική, ιδιότητα: να αυτο-αντιγράφονται. Να αναπαράγονται δηλαδή με βάση το ‘καλούπι’ τους. [Το ένα αποτελούσε ‘καλούπι’ για τη σύνθεση του άλλου.]
  • Η ιδιότητα αυτή οδήγησε τον αρχικό πληθυσμό τους σε εκθετική αύξηση, έως ότου ο ρυθμός επέκτασης περιορίστηκε σημαντικά από τις κρατούσες συνθήκες του περιβάλλοντος.
  • Όσα εξ αυτών έφεραν χημικές/δομικές παραλλαγές ικανές να εξασφαλίζουν ακόμη πιο γρήγορη, αποδοτικότερη αυτο-αντιγραφή, ‘επελέγησαν’ και αναπόφευκτα αύξησαν τον αριθμό τους.
  • Στο πέρασμα του χρόνου, οι εν λόγω αυτο-αντιγραφόμενες δομές έγιναν περιπλοκότερες, επιστρατεύοντας επιπλέον μοριακούς μηχανισμούς, ώστε να εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή τους σε μία ευρύτερη ποικιλία συνθηκών του εξωτερικού περιβάλλοντος.
  • Σε κάποια φάση, τα αυτο-αντιγραφόμενα μόρια προσαρμόστηκαν τόσο, ώστε κατάφεραν να κατευθύνουν με μοναδική φυσικοχημική μαεστρία τη σύνθεση εκλεπτυσμένων δομών/μηχανισμών που τα περιέβαλλαν, τα προστάτευαν, εξασφάλιζαν την παροχή ενέργειας/χημικών συστατικών και προήγαν την αυτο-αντιγραφή τους.
Tree_of_life_by_HaeckelΤο δέντρο της ζωής, απεικόνιση του φυσιοδίφη Ernst Haeckel
Κάπως έτσι καταλήξαμε σε αυτό που ονομάζουμε γενετικό υλικό και κυτταρικό περιβάλλον. Τα κύτταρα, δηλαδή, προέκυψαν από αυτο-αντιγραφόμενες δομές που κωδικοποιούσαν τις οδηγίες σύνθεσης των ‘οχημάτων’ που τις μετέφεραν και εξυπηρετούσαν καλύτερα το μοναδικό σκοπό τους. Να αυτο-αντιγράφονται.
Όλα τα βιολογικά εφευρήματα, που μελετούν και θαυμάζουν οι επιστήμονες, αποτελούν ουσιαστικά οχήματα μεταφοράς των αυτο-αντιγραφόμενων μορίων. Εκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια αργότερα, μετά την πρώτη εμφάνιση των πρόδρομων μορίων των νουκλεϊκών οξέων, η οικονομία της φύσης -δίχως την αναγκαιότητα παρέμβασης καμίας ευφυούς μεταφυσικής οντότητας- εξόπλισε τα βιολογικά όντα με τους πιο αξιοθαύμαστους μηχανισμούς επιβίωσης και αναπαραγωγής. Όποιον κλάδο του δέντρου της ζωής και αν εξετάσουμε θα συναντήσουμε εξαιρετικά προσαρμοσμένους στο περιβάλλον τους οργανισμούς, να εξυπηρετούν τη διηνεκή μεταβίβαση/αναπαραγωγή των αυτο-αντιγραφόμενων μορίων στο διάνυσμα του χρόνου.
Σοκαριστικό; Δε μοιάζει σαν όλοι οι οργανισμοί να είμαστε σκλάβοι αυτών των εγωιστικών μορίων; Από μια σκοπιά, ναι. Απ’ την άλλη, μπορούμε να το σκεφτούμε και ως εξής: μια τόσο απλή ιδιότητα οδήγησε σε έναν απερίγραπτο πλούτο σύνθετης ποικιλομορφίας με μοναδικά και αξιοθαύμαστα χαρακτηριστικά στο σύμπαν – αυτό που ονομάζουμε φαινόμενο της ζωής!
Υ.Γ.: Περιγράφοντας αυτά τα μόρια ως εγωιστικά δεν εννοούμε ότι φέρουν κάποιο εγγενές μεταφυσικό κίνητρο ή επιθυμία. Απλώς, χρησιμοποιούμε μια ανθρωπομορφική μεταφορά για να κατανοήσουμε καλύτερα τις συνέπειες που επιφέρουν οι φυσικοχημικές τους ιδιότητες.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

"Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου" του Αλεξανδρου Παπαδιαμαντη

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστουπρωτοδημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου 1906 στο τεύχος 141-142 του δεκαπενθήμερου φιλολογικού περιοδικού Παναθήναια. Ο «φακός» του Παπαδιαμάντη εστιάζει στο εκκλησάκι της Παναγίας της Πρέκλας στη Σκιάθο. Στο προαύλιο του ναϊσκου υπάρχει μια μικρή προχειροκτισμένη καλύβα, όπου ζει σαν καλόγηρος ένας πρώην άρχοντας του τόπου, ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας, που αναπολεί τις καλές και κακές στιγμές της ζωής του.






Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, είς έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον-εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ.Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων.
    Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστεράν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενήντα πέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου. Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος.
    Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη πλέον μαζί της.
    Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός , υπέρ το έτος διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει από τριών ετών και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτο υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.
    Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186... εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του κ’ ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ’ αυτών εις το αχανές, το άπειρον. Τι εσκέπτετο;
    Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν, και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον παρουσιασθή πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφιών ημπορούσε να μην αγοράζη ψωμί δι’ όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του. Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν έδιδον αρκετόν εισόδημα. Αλλ’ επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τά έξοδα «τον έτρωγαν!».  Είτα, αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρή κάμπη αρκεί διά να καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον του τόπου.
    Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ’ έξω, και όταν κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά την Μεγάλην Επανάστασιν, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκε προσοχήν και σημασίαν εις αυτούς.
    Αλλ’ επειδή οι εντόπιοι είχον αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των εις τα χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κι εμπορεύοντο κι εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν η ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε συμβαίνει, οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία και ημισεία, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ’ εαυτών και τα κτήματα.
   Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ’ επ’ εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου, και οι δανεισταί προθύμως του έδιδαν, αλλ’ απήτουν να τους καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον είχε κατ’ αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του δανειζομένου... Πλην φευ! αυτός δεν ήτο μόνος καϋμός του…
    Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί της κεφαλής. Αλλ’ ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του... Είχε πρόσφατον πένθος.
    -Α! Τώχασα το καϋμένο μ’, το ευάγωγο, τόχασα!...
   Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάξη. Το καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον, δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν –το οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών- του είχεν αποθάνει προ ολίγων μηνών...
   Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον πόνο του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Το εκκλησίδιον ήτο ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και είχε καλάς εικόνας –και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν Παναγίαν την Πρέκλαν- σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδήλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα της δρυίνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να επισκέπτεται την Παναγίαν του. Ιερόσυλος ευτυχώς κανείς ακόμη δεν είχε αναφανεί εις τα μέρη αυτά.
   Ήτον παραμονή της εορτής, ότε θα ετελείτο πανήγυρις εις τον ναΐσκον, τιμώμενον επ’ ονόματι της Κοιμήσεως. Θα ήρχοντο από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλας διά τον κόπον του εν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδον αι γυναίκες «διά να γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ’ άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τα εισέπραττεν ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του...
    Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν... και ανελογίζετο πώς, άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον χωρισμόν από τη γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλας.
   -Τόχασα, το καημένο μου, το ευάγωγο, τόχασα!...
   Ω, δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του χωρισμόν –την οποίαν άλλως τρυφερώς ηγάπα- όσον εθρήνει την σκληράν απώλειαν εκείνην της κορασίδος, την οποίαν εις τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη... Και κατενύσσετο πολύ η καρδία του και εθλίβετο... Και ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν... Τον παλαιόν καιρόν, προ του Εικοσιένα, όταν το σήμερον έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν’ ακούσωσι τας ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ’ όλον τον Δεκαπενταύγουστον...
    Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη.
   Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα , τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη».
   Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους,ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:
«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε
Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα,
Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα»,
    ...Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των Αγγέλων...».  Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως...
    Ο γέρο-Φραγκούλας επίστευε και έκλαιεν... Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει... Ηγάπα την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν. Τον καιρόν εκείνον είχε αγαπήσει εξ όλης καρδίας την Σινιωρίτσα του... και την ηγάπα ακόμη. Αλλ’ όσον τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα, και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω, ατέλειαι των ανθρώπων!
   Τώρα εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμη και την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι! ». Επί τέσσαρας ενιαυτούς ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν γεμάται από βούλες και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλαια «έτικτον». Έπαυσε να τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν κι εξηκολούθουν να τίκτουν...
   Ανελογίζετο αυτά, κι  έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον άλλοτε, όταν ήσαν «μονιασμένοι», -όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν οπού ευρίσκοντο χωρισμένοι προ δεκαπέντε ετών... Τώρα μόνον η ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη.
    Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της. πριν μολυνθή εκ της επαφής των ματαίων του κόσμου. Τον καιρόν εκείνον, είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα μεταξύ των συζύγων. και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή όπως τώρα, από την πολίχνην την κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι και δεν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας, εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου κι εκάπνιζε το μακρόν τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλην τότε το φέσι του ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον... Και τότε ο Φραγκούλης ήτο σαράντα χρόνων και τώρα ήτο πενηνταπέντε. Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ’ είχε πολύ περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν’ αγαπήση... Αλλά τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν, ηγάπα την Σινιώραν, την επόνει, αλλ’ έκλαιε πολύ περισσότερον διά το θυγάτριόν του, το Κουμπώ, «το καϋμένο το ευάγωγο!».
   Εκείνην την φοράν, ο παππά-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν, εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του είπε μυστηριωδώς:
  -Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.
  -Τι τρέχει, παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις εμάντευσε πάραυτα.
  -Θα σου έλθει τ’ ασκέρι... Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρίς πείσματα…
  Ο παπάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του Φραγκούλη· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ των τεσσάρων; -καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή.
   -Θάρθη μαζί κι’ η μάνα τους;
  -Βέβαια... πιστεύω, είπεν ο παππάς.
    Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και άρχισε να σκοτεινιάζη, η κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα τέσσερα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί τον συζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά –εις ευτελές δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, το οποίον ονόμαζε «το κελλί του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της εκκλησίας, κ’ έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.
   Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον Ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη κι εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος έτεινε προς αυτήν την χείρα και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα του.
   Ήδη ενύκτωνε και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ’ ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κι’ εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ!» είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!».
    Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή εξ άλλοι μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του μπάρμπα-Δημητρού, του ψάλτου και του Παναγιώτου της Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί τέλους η Δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κι εξεκόλλησαν τέλος από την στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και ήρχισεν η Ακολουθία της Αγρυπνίας.
   Ο Φραγκούλης ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου μέχρι του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας, όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος –όλα τα έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τον κυρ – Δημητρόν τον κάτοχον του αριστερού χορού να λέγει κι αυτός από κανένα τροπαράκι, διά να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ – Δημητρός, «δεν εύρισκεν εύκολα τον ήχον». Εις το τέλος του Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το «Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ’ ημών». Είτα έψαλε Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν όλων των ητοιμασμένων διά την θείαν Κοινωνίαν, και εις την λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοθινωνικόν κτλ. κτλ.
    Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήταν χθες, ο γερο-Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς εικόνος εις την ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχον κολλήσει πολλά και χονδρά; κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων χειρομάλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και περικοκλάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίτσας, τον πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχον λαμπαδιάσει, εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιά το φελόνι του παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το έδαφος κι επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μη πατή τα κηρία, γιατί είναι κρίμα.
    Τότε εις των παρεστώτων υιός πλουσίου του τόπου, από εκείνους οίτινες είς το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του Φραγκούλα –και όστις ελέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος-, ηκούσθη να λέγη ότι πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία!... η νύχτα μεγαλώνει... ισημερία τώρα κοντεύει... έχει νύκτα...»
    Αλλ’ αι γυναίκες, ενώ ήξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας οικονομίας του κόσμου, δεν εννοούσαν τι θα πη «οικονομία στα κηρία», αφού άπαξ είναι αγορασμένα και πληρωμένα και είναι μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της Παναγίας. Μία απ’αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι’ εν θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα τα κηρία –και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί και μη αμαρτάνης...»
    Την ίδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελε τας μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ’ εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν επέτρεπε να πη κ’ εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το δικό του, ο Φραγκούλας με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε κι εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου) έλαβε το θάρρος να κάμη παρατήρησιν.
    - Πειο σιγά, πιο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να λες το Κύριε ελέησον, γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και θέλουν αι γυναίκες να τ’ ακούνε.
   Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παπάν να γράψη. Εννοούσαν να τ’ ακούη κι ο Θεός, κι η Παναγία, κι όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν’ ακούση «τα δικά της τα ονόματα», και να τ’ αναγνωρίση, καθώς απηγγέλοντο αραδιαστά. Άλλως θα είχαν παράπονα κατά του παππά, κι’ ο παπάς αν ήθελε να φάγη κι άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα έχη καλά με τις ενορίτισσες.
   Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους του, και του λέγει κρυφά:
   - Πατέρα, άφησε και τον μπαρμπα – Δημητρό να ψάλλη «Κύριε ελέησον!».
   Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγει:
  - Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».
  Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν ήξευρεν ακριβώς πότε κατά την Λιτήν το «Κύριε ελέησον» λέγεται τρις και πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παππάς εβιάσθη ν’ απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και διά να είναι σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη: «... υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» και τα εξής.
   Τέλος μετά την λειτουργίαν ο παπάς, ο Φραγκούλας και η οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ’ έφαγαν ομού και ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του υπό την οικιακήν στέγην.
   Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης. Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το «κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας.
  Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή.
  - Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λεγ’ η μητέρα, ζωνταρφανά.
  Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του είπε:
   - Τάμαθες, πατέρα; ... Θα παντρέψουμε τ’ Αργυρώ μας ... Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είναι πρέπον, λέγει η μητέρα, να είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ’ Αργυρώ μας ... για να μην κακιώση ο γαμπρος! ...
   Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κι εφιλιώθη με την σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν
την Αργυρώ, είτα μετ’ ολίγους μήνας την εστεφάνωσαν ... Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου και μ’ ένα γεροντόπαιδον μαζί, το οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμο της πρωτοτόκου.
   Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γίνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν’ αγαπήση με την μητέρα.
    Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν:
    - Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα ... Είναι κάτι κακές γυναίκες εκεί στον μαχαλά στο δρόμο που περνώ, και τις άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: Να, το κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας της…». Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα...
    Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη.
   -Τι έχεις κορίτσι μου; της είπεν ο πατήρ της.
   -Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω απ’ τον καημό μου!
   -Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.
 Τω όντι,, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ’ η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχεν δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθεν παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε αγάπην με την μητέρα της διά να χαρή, ήτο αργά πλέον. Η τρυφερή παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, με τη λαλιάν εις το στόμα.
   -Πατέρα! Πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία ... με την μητέρα μαζύ!...
   Είπε και απέθανε!
   Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με την σύζυγόν του ... Κατόπιν απεσύρθη, κ’ εξηκολούθησε να κλαίη μόνος του εις την ερημίαν ...
   Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγός της επεθύμει μάλλον να γίνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο μίαν τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί!». Μόνον εν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει. Του εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε, την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως ... και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με».
   Και την ημέραν αυτήν, την παραμονήν της Κοιμήσεως πάλιν, τον ευρίσκομεν να κάθηται εις το προαύλιον του ναΐσκου, και να καπνίζη μελαγχολικώς το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν... αναλογιζόμενος τόσα άλλα και τους οχληρούς δανειστάς του, οι οποίοι του είχαν πάρει εν τω μεταξύ το καλλίτερον κτήμα –ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, αγρόν με οπωροφόρα δένδρα, με βρύσιν, με ρέμα, με νερόμυλον –και να εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την Παναγίαν.«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε...»
    Και επόθει ολοψύχως τον μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, και επεκαλείτο μεγάλη τη φωνή τον «Γλυκασμόν των Αγγέλων, των θλιβομένων την χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και σώτειρα:
«Αντιλαβού μου και ρύσαι
 των αιωνίων βασάνων...»