Κυριακή 5 Απριλίου 2015

ΦΑΝΕΡΩΣΗ

Για τη Φανέρωση
Το σημαντικότερο είναι να φανερωνόμαστε στον Εαυτό μας.
Έχουμε υιοθετήσει πολλές πεποιθήσεις για την αλήθεια, την ειλικρίνεια, την αγάπη, τη φιλία, μα δεν συνειδητοποιούμε πως καθημερινά προδίδουμε τις ίδιες αυτές έννοιες, αγνοώντας τον εαυτό μας, τις πραγματικές μας προθέσεις, τα κρυμμένα κίνητρα που δεν θέλουμε να δούμε.
Όταν είσαι πρόθυμος να ξεσκεπάσεις τα δικά σου εγωιστικά, φοβικά, απολυταρχικά κίνητρα, τότε μπορείς ευκολότερα να αποκαλύπτεις και τα αντίστοιχα κίνητρα των άλλων, είτε τα αναγνωρίζουν συνειδητά είτε όχι. Γίνονται διάφανοι, ακόμα κι αν επιλέγουν να συνεχίζουν την αυτο-άγνοιά τους, την προσποίηση, τους ρόλους που παίζουν νομίζοντας πως είναι «ειλικρινείς.
Οι θεατρινισμοί είναι παντού και συνεχίζονται με τις ευλογίες της ασυνειδησίας του ατόμου. Όσο ξεσκεπάζεις όλο αυτό το παιχνίδι της πόζας, του ονείρου, της υποτιθέμενης γνώσης, τόσο συνειδητοποιείς πόσο καλά παίζεται και πόσο συλλογικά πειστικά περνάει.
Δεν μπορείς να φανερώσεις αυτά που βλέπεις στους κοιμισμένους, γιατί φυσικά θ’ απορριφθούν. Ποιος θέλει να βλέπει τη γύμνια του καθαρά, αν δεν το έχει επιλέξει, με θάρρος, συνειδητά ο ίδιος;
Και όσο αποκτάς εσωτερική όραση, ακοή, αίσθηση, τόσο αναγκαστικά συρρικνώνεται και ταυτόχρονα επεκτείνεται ο κόσμος σου. Δεν απειλείσαι από αυτά που αντιλαμβάνεσαι, όμως βρίσκεσαι στη θέση, να επιλέγεις ποιος θέλεις να είσαι, σε αυτό το συλλογικό θέατρο του παραλόγου, που εξελίσσεται καθημερινά, παντού.
Αποκτάς διαύγεια, διάκριση, διαίσθηση, σε έναν κόσμο που επί το πλείστον θέλει να κρύβεται, να παραμυθιάζεται, να ονειρεύεται. Είναι μοναχική πορεία, την οποία διανύεις μόνο με όσους μπορούν να είναι εξ’ ίσου φανεροί, ισότιμοι, ισάξιοι της εμπιστοσύνης σου… στον ίδιο σκοπό της φανέρωσης της Αλήθειας.
Είναι μια διαρκής πορεία, στην οποία συναντάς πολλά τέρατα και παρανοήσεις, με τα οποία πρέπει να τα βάλεις για να απελευθερωθείς από τα δεσμά της απάτης, της ψευδαίσθησης, της εικόνας του εαυτού σου.
Απαιτεί θάρρος, που είναι το αντίθετο του φόβου.
Γελάω με τις σύγχρονες διδαχές που θέλουν το φόβο αντίθετο της αγάπης, συνεχίζοντας την πλάνη και το κυνήγι ουτοπικών φαντασιώσεων που κοιμίζουν τη συνειδητότητα. Όλα όσα κατηγορούν τα αισθήματα, δίνουν συμβουλές στην αντιμετώπιση των "αρνητικών ανθρώπων", σπρώχνουν τον άνθρωπο έξω από τον Εαυτό σου (με πρόσχημα να "αγαπά τον εαυτό του"), δίνοντάς του ψεύτικα εργαλεία και ενισχυμένες πεποιθήσεις, ενώ ο πραγματικός "εχθρός" ζει και βασιλεύει εντός τους. Ενώ η οπαδοποίηση συνεχίζει να είναι πρακτική αιώνων, με εκλεπτυσμένες "γνώσεις" σύγχρονης πλάνης, που δίνουν την ψευδαίσθηση της αυτο-επιλογής και της αυτάρκειας, η αληθινή Γνώση παραμένει "κρυμμένη", μπροστά στα μάτια που αδυνατούν να δουν.
Κανένας φοβικός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα ειλικρινής, φανερός, τίμιος, αφού παρανοεί για την πραγματικότητα του εαυτού του.
Φυσικά, πολλοί δηλώνουν άφοβοι, έντεχνα σκεπάζοντας το φόβο, με φτιαχτές πεποιθήσεις που δεν τόλμησαν ποτέ να αμφισβητήσουν. Οι περισσότερες θεωρίες, διδασκαλίες, πρακτικές παραμένουν το όπιο του φοβικού, σε μια πραγματικότητα, στην οποία αρνούνται να υπάρξουν φανεροί, με την αγνότητα της γύμνιας τους.
Η πορεία πρέπει να είναι αντίστροφη και απαιτεί το γκρέμισμα αυτού που φαίνεται να είναι μοναδικό και αληθινό. Όμως πώς να γκρεμίσεις αυτό που φαίνεται να είναι τόσο στέρεο, τόσο αληθινό, που τίποτ’ άλλο δεν φαίνεται να υπάρχει, που να μπορείς να βάλεις στη θέση του; Το παράδοξο που δεν αντιλαμβανόμαστε είναι και ο δρόμος που χρειάζεται να ακολουθήσουμε… όσοι τολμούμε, όσοι αντέχουμε ή όσοι είμαστε έτοιμοι. Αυτός είναι ο δρόμος του αληθινού εσωτερικού πολεμιστή, που δεν γίνεται αντιληπτός από τους κοιμισμένους...
Οι υπόλοιποι, θα αρκεστούν στην επίκριση, στην αναζήτηση εχθρών, θεωριών και εξωτερικών διδαχών, θα συνεχίζουν να ενισχύουν τις πεποιθήσεις που τους προσφέρουν την ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας που αναζητούν, στο όνειρο που αντιλαμβάνονται ως πραγματικότητα… έστω κι αν καταρρέει γύρω τους και προσπαθούν όλο και περισσότερο να την διατηρήσουν. Όλα τα άλλα, οτιδήποτε διαφορετικό, αποτελεί απλά χτίσιμο, μιας φανταστικής πραγματικότητας που αναγείρουμε γύρω μας, περιορίζοντας αθέατα και ασυνείδητα τον Εαυτό μας!
Γνωρίζω εκ των προτέρων, πως ό,τι κι αν γράφω είναι ατελές, πως υπόκειται σε προσωπική ερμηνεία και παραμένει ασήμαντη σταγόνα στον ωκεανό, της σοφίας και της γνώσης που οφείλουμε να ανακαλύψουμε και να αναδύσουμε ο καθένας για τον εαυτό του...και είναι συνεχιζόμενη πορεία Αυτό-ανακάλυψης...όχι κατάκτησης.
Χριστιάνα Σοφία

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ?????

«Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη είναι πεπεισμένος ότι κάποια ανώτερη δύναμη διατρέχει τους νόμους του Σύμπαντος, μια δύναμη που είναι πολύ ανώτερη από εκείνη του ανθρώπου».

Είτε πρόκειται για ακούσιους αλλά εμπνευσμένους προβληματισμούς σχετικά με τα δύο φύλα είτε για φαινομενικά απλές αλλά βαθυστόχαστες ερωτήσεις σχετικά με τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος, τα παιδιά έχουν έναν μοναδικό τρόπο να βλέπουν καθαρά την ουσία ακόμα και των πιο πολύπλοκων πολιτιστικών φαινόμενων αναγκάζοντάς μας να επανεξετάσουμε τις εικασίες μας.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πανάρχαια διαμάχη ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία, η οποία προβλημάτισε φωτισμένα μυαλά όπως ο Γαλιλαίος και ο Καρλ Σαγκάν, καθώς και μερικά από τα πιο φημισμένα επιστημονικά μυαλά στις μέρες μας.

Το τεράστιο πολιτιστικό υπόβαθρο του ερωτήματος δεν εμπόδισε τη Φύλλις, ένα κοριτσάκι από τη Νέα Υόρκη, να το θέσει στο σπουδαίο επιστήμονα Άλμπερτ Αϊνστάιν όπως αποκαλύφθηκε το 1936 σε μια επιστολή από το βιβλίο «Αγαπητέ καθηγητή Αϊνστάιν: Οι επιστολές του Άλμπερτ Αϊνστάιν από και προς τα παιδιά» (Dear Professor Einstein: Albert Einstein’s Letters to and from Childrenδημόσια βιβλιοθήκη | IndieBound) – δηλαδή στην ίδια συλλογή που περιέχει τα ενθαρρυντικά λόγια του Αϊνστάιν όσον αφορά την ενασχόληση των γυναικών με την επιστήμη.

Εκκλησία Ρίβερσαϊντ
19 Ιανουαρίου 1936
Αγαπητέ δρα Αϊνστάιν,

Την Κυριακή στην τάξη μας είχαμε την εξής απορία: Προσεύχονται οι επιστήμονες; Το θέμα ξεκίνησε με την ερώτηση αν θα μπορούσαμε να πιστεύουμε ταυτόχρονα και στην επιστήμη και στη θρησκεία. Γράφουμε σε επιστήμονες αλλά και σε άλλους σημαντικούς ανθρώπους με σκοπό να καταφέρουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό.
Θα ήταν μεγάλη μας τιμή αν μας απαντούσατε στο ερώτημα αν προσεύχονται οι επιστήμονες, καθώς επίσης και σε τι προσεύχονται. Είμαστε μαθητές της έκτης τάξης, με δασκάλα την κυρία Έλις.

Με εκτίμηση,
Φύλλις

Ύστερα από μόλις 5 μέρες, ο Αϊνστάιν απάντησε – είναι πράγματι υπέροχο όταν οι γίγαντες του πολιτισμού ανταποκρίνονται στην ειλικρινή περιέργεια των παιδιών – και η απάντησή του διαθέτει την ίδια πνευματική ποιότητα της επιστήμης που ο Καρλ Σαγκάν εξύμνησε δεκαετίες αργότερα όπως έκανε και ο Πτολεμαίος χιλιετίες νωρίτερα. Έξι χρόνια πριν, ο Αϊνστάιν είχε διερευνήσει αυτό ακριβώς το θέμα σε πολύ πιο πολύπλοκη γλώσσα και εκφραστική γλαφυρότητα στη θρυλική συνομιλία του με τον Ινδό φιλόσοφο Ταγκόρ.

24 Ιανουαρίου 1936
Αγαπητή Phyllis,

Θα προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτησή σου όσο πιο απλά μπορώ:
Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι κάθε φαινόμενο, ακόμα και τα ανθρώπινα ζητήματα, υπόκεινται στους νόμους της Φύσης. Συνεπώς, ένας επιστήμονας δεν μπορεί να πιστεύει ότι η πορεία των γεγονότων επηρεάζεται από την προσευχή, δηλαδή με κάποια ευχή που εκδηλώνεται προς το υπερφυσικό.
Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι πραγματικές μας γνώσεις γι’ αυτές τις δυνάμεις είναι ατελείς, έτσι ώστε τελικά η πίστη στην ύπαρξη ενός έσχατου, απόλυτου πνεύματος να βασίζεται σε ένα είδος πίστης. Μια τέτοια πίστη εξακολουθεί να είναι διαδεδομένη και σήμερα, ακόμα και μετά τα τόσα επιτεύγματα της επιστήμης.

Επιπλέον όμως, όλοι όσοι ασχολούνται σοβαρά με την επιστήμη είναι πεπεισμένοι ότι κάποια ανώτερη δύναμη διατρέχει τους νόμους του Σύμπαντος, μια δύναμη που είναι πολύ ανώτερη από εκείνη του ανθρώπου. Με αυτόν τον τρόπο, η αναζήτηση της επιστήμης οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο είναι σίγουρα αρκετά διαφορετικό από την θρησκευτικότητα ενός απλοϊκού ανθρώπου.

Με εγκάρδιους χαιρετισμούς,
Α. Αϊνστάιν


ΚΑΡΛΟΣ ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ : ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΣΙΩΠΗ

Ο δον Χουάν δίδασκε τη διαπίστωση που έκαναν οι μάγοι της γενιάς του: ότι η εσωτερική σιωπή πρέπει να κατακτάται με διαρκή άσκηση πειθαρχίας. Πρέπει να αποκτάται με κόπο και να αποθηκεύεται λίγο λίγο, λεπτό με το λεπτό. Με άλλα λόγια πρέπει κανείς να πιέσει τον εαυτό του να σωπαίνει, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα τη φορά.

Σύμφωνα με το δον Χουάν ήταν κοινή πεποίθηση των μάγων ότι η επιμονή ενός ανθρώπου μπορεί να κατανικήσει τη συνήθεια, ώσπου να φτάσει, ανάλογα με το άτομο, επιμένοντας για λίγα δευτερόλεπτα ή λεπτά, σε ένα κατώφλι. Για παράδειγμα, αν το κατώφλι της εσωτερικής σιωπής είναι δέκα λεπτά για ένα συγκεκριμένο άτομο, τότε, μόλις φτάσει σε αυτό το κατώφλι, η εσωτερική σιωπή επέρχεται από μόνη της, αυτόβουλα, θα έλεγε κανείς.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων το προσωπικό μας κατώφλι. Ο μόνος τρόπος για να το ανακαλύψουμε είναι μέσω άμεσης εμπειρίας. Αυτό ακριβώς μου συνέβη. Ακολουθώντας την υπόδειξη του δον Χουάν, πίεζα επίμονα τον εαυτό μου να σωπαίνει και, κάποια μέρα, ενώ περπατούσα στο UCLA, έφτασα στο μυστηριώδες κατώφλι μου. Ήξερα πως είχα φτάσει, επειδή βίωσα στη στιγμή κάτι που ο δον Χουάν μου είχε περιγράψει αναλυτικά.

Εκείνος το ονόμαζε σταμάτημα του κόσμου. Εν ριπή οφθαλμού, ο κόσμος έπαψε να είναι αυτό που ήξερα και, για πρώτη φορά στη ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι έβλεπα την ενέργεια όπως ρέει στο σύμπαν.

Χρειάστηκε να καθίσω σε κάτι σκαλοπάτια. Ήξερα πως καθόμουν σε πλίνθινα σκαλοπάτια, αλλά το ήξερα μόνο διανοητικά, μέσα από την μνήμη μου. Εμπειρικά, αναπαυόμουν πάνω σε ενέργεια. Εγώ ο ίδιος ήμουν ενέργεια, όπως τα πάντα γύρω μου. Είχα  «κλείσει» το ερμηνευτικό μου σύστημα.
Αφού είδα άμεσα την ενέργεια, συνειδητοποίησα κάτι που με τρομοκράτησε, κάτι που μόνο ο δον Χουάν θα μπορούσε να μου εξηγήσει. Συνειδητοποίησα ότι, μολονότι έβλεπα άμεσα την ενέργεια για πρώτη φορά στη ζωή μου, στην πραγματικότητα την έβλεπα σε όλη μου τη ζωή, χωρίς να το συνειδητοποιώ.

Η καινοτομία δεν ήταν να βλέπω την ενέργεια όπως ρέει στο σύμπαν, ήταν η απορία που γεννήθηκε μέσα μου, μια απορία τόσο έντονη, ώστε με έκανε να αναδυθώ πίσω στον κόσμο της καθημερινής ζωής. Τι ήταν αυτό που με εμπόδιζε μια ζωή να συνειδητοποιήσω ότι έβλεπα την ενέργεια που ρέει στο σύμπαν;

«Για να σου λύσω την απορία, πρέπει να εξετάσουμε δύο θέματα», μου εξήγησε ο δον Χουάν, όταν τον ρώτησα σχετικά με αυτή την εξοργιστική αντίφαση.

«Το ένα είναι η γενική επίγνωση. Το άλλο είναι η ειδική, σκόπιμη συνειδητότητα. Κάθε ανθρώπινο ον μέσα στον κόσμο αντιλαμβάνεται, σε γενικές γραμμές, ότι βλέπει την ενέργεια όπως ρέει στο σύμπαν. Παρόλα αυτά, μόνο οι μάγοι έχουν ιδιαίτερη και συνειδητή αντίληψη αυτής της ενέργειας. Για να αντιληφθείς συνειδητά κάτι που γενικώς συναισθάνεσαι προϋποθέτει ενέργεια και την ατσάλινη πειθαρχία που απαιτεί η ύπαρξή της. Η εσωτερική σιωπή σου, ο καρπός πειθαρχίας και ενέργειας, γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα στη γενική επίγνωση και την ειδική συνειδητότητα».

ΚΑΡΛΟΣ ΚΑΣΤΑΝΕΝΤΑ

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

χρήστος γιανναράς: η αιωνιότητα ζει μέσα μας

«ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.

ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας.

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.

ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα».

«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.

ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.

ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή».

Αποσπάσματα από το βιβλίο “Πείνα και Δίψα” του Χρήστου Γιανναρά, εκδόσεις Γρηγόρης.


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Η ΜΑΣΚΑ

Η ζωή πολλές φορές θυμίζει θεατρική παράσταση. Ο καθένας διαλέγει το προσωπείο που του ταιριάζει και επιλέγει να παίξει έναν συγκεκριμένο ρόλο, ίσως μάλιστα και ένα ρόλο που θα πρεσβεύει σε ολόκληρη τη ζωή του.
Γιατί συμβαίνει αυτό στους ανθρώπους? Γιατί προτιμάμε να φοράμε μία μάσκα από το να δείχνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε, να λέμε αυτό που πραγματικά σκεφτόμαστε, να κάνουμε αυτό που πραγματικά επιθυμούμε.
Στην ιδέα της κριτικής και της αποδοκιμασίας, δύο έννοιες που το άτομο φοβάται και τις αποφεύγει, διαλέγει να υποκριθεί έναν ρόλο, κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι, για να μην μπει στην διαδικασία κριτικής από τους άλλους ή ακόμη και της συμπόνιας. Ειδικότερα η συμπόνια είναι κάτι που το άτομο προσπαθεί να αποφύγει, δεν θέλει κανείς να τον λυπάται.
Πόσες φορές έχετε υποκριθεί ότι περνάτε καλά σε ένα πάρτι? Ότι η σχέση σας με τον σύντροφό σας είναι θαυμάσια? Ότι η οικονομική και η επαγγελματική σας ζωή είναι άκρως ικανοποιητική? Ότι συμπαθείτε κάποιον ακόμη και αν συμβαίνει το άκρως αντίθετο? Βλέπουμε ότι το προσωπείο φοριέται σε πολλές πτυχές και φάσεις της καθημερινότητας.
Συνήθως τείνουμε όταν φοράμε μία μάσκα να δημιουργούμε αργά ή γρήγορα μία νέα ταυτότητα για εμάς, κάτι για εμάς που ενώ δεν είναι πραγματικότητα καταλήγουμε να το πιστεύουμε και εμείς οι ίδιοι. Για παράδειγμα το επάγγελμα που διαλέξαμε να κάνουμε συνειδητοποιούμε ότι δεν είναι το κατάλληλο για εμάς και όμως προσπαθούμε να πείσουμε και το κοντινό μας περιβάλλον και τον ίδιο μας τον εαυτό ότι είναι ότι καλύτερο μας έχει συμβεί. Γιατί άραγε?
Προτιμάμε να παραπλανούμε τους άλλους και κυρίως να κοροϊδεύουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Η μάσκα δημιουργεί μία αίσθηση δύναμης, ανωτερότητας και σίγουρα μία έντονη επιρροή προς τον “θεατή”. Με το να δείχνουμε κάτι που δεν είμαστε, απελευθερωνόμαστε, γινόμαστε αυτόματα πιο τολμηροί.
Η μάσκα τόσο σαν υλικό αντικείμενο (απόκρια), όσο και σαν κάτι άυλο που φοράμε στην καθημερινότητά μας, έχει διττή χρήση: να κρύψει και να φανερώσει ταυτόχρονα. Να κρύψει αυτό που είμαστε στην πραγματικότητα και να φανερώσει αυτό που θα θέλαμε να είμαστε ή αυτό που φοβόμαστε να είμαστε. Από παιδιά ακόμα μαθαίνουμε να ζούμε με αυτή. Στην πάροδο, όμως, του χρόνου τείνουμε να αλλάζουμε πολλές μάσκες: παιδί, συμμαθητής, γκόμενα, γονιός, σύζυγος, θύμα, θύτης.
Κάποια στιγμή όσο μεγαλώνουμε, όλοι μας θυμούνται και μας έχουν στο μυαλό τους με κάποιο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό: ο χαμογελαστός Γιώργος, η τολμηρή Μαρία, η ευτυχισμένη μανούλα, ο επιτυχημένος δικηγόρος. Τι συμβαίνει, όμως, όταν χρειάζεται να αλλάξουμε μάσκα ή καλύτερα να την βγάλουμε? Πόσο εύκολο είναι αυτοί που μας βλέπουν χρόνια ολόκληρα με μία συγκεκριμένη μάσκα, να συνηθίσουν τη νέα μας μορφή?
Το παραπάνω αποδεικνύει ότι τα πάντα είναι ρευστά στην ζωή, αλλάζουν και σίγουρα μας αλλάζουν. Από μία καλή δουλειά μπορεί να βρεθούμε άνεργοι, από έναν ευτυχισμένο γάμο μπορεί να βρεθούμε χωρισμένοι με παιδιά και το αντίθετο. Γιατί να υποκρινόμαστε ότι είμαστε ευτυχισμένοι και πάντα κάτι άλλο;
Σίγουρα το να ξέρουν οι άλλοι πώς πραγματικά είμαστε, να μας κρίνουν και ίσως να μας συμπονούν, πονάει. Πονάει, όμως, εξίσου πολύ αυτή η άχρηστη μάσκα που φοράμε, που μας παραμορφώνει, που μας κάνει να θυμόμαστε με δάκρυα στιγμές που ζήσαμε μαζί της και στιγμές που δεν ζήσαμε εξαιτίας της.
Ας βγάλουμε τις μάσκες που φοράμε! Ας δεχτούμε και ας αγαπήσουμε αυτό που είμαστε, αυτό που κάνουμε, αυτό που νιώθουμε. Δύσκολο το ταξίδι της αυτογνωσίας, της επίγνωσης και της αυτοεκτίμησης. Σίγουρα, όμως, πιο δύσκολο το βάρος ενός ψεύτικου προσωπείου.
Ας αφήσουμε τις μάσκες μόνο για τις απόκριες! Είναι η θέση που τις αναλογεί!

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

ΚΡΑΤΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ....ΖΩΝΤΑΝΟ!!!

«Ο Άνθρωπος Που Δεν Παίζει,

Έχει Χάσει για Πάντα

Το Παιδί Που Ζούσε Μέσα Του Και

Που Θα Του Λείψει Τρομερά.» 

Pablo Neruda
Καθόμαστε σε μια γωνιά και παρακολουθούμε τον αυθορμητισμό και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας με νοσταλγία. Γυρνάμε στο χθες, θυμόμαστε τα παιδικά μας χρόνια, απορούμε πώς γινόταν να είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. «Αποκλείεται να ήμασταν τόσο χαρούμενοι.» λέμε συνήθως από μέσα μας. «Έχουμε ωραιοποιήσει το παρελθόν. Δεν ήταν όλα τόσο ρόδινα.» Και η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν. Αλλά σίγουρα ήταν πιο όμορφα, πιο ξέγνοιαστα, πιο ζωντανά.
Και ποιος μας είπε ότι πρέπει να ζούμε μια ζωή άχρωμη; Κανείς δεν μας το είπε άμεσα, παρόλο που η κοινωνία βιάζεται να μας βάλει σε καλούπια και να μας δέσει με τα λεπτά της σκοινιά, να μας κουνά κατά πώς πάνε τα κέφια της, κι εμείς να χορεύουμε σαν μαριονέτες για να την διασκεδάζουμε.
Μεγαλώνοντας, χάνουμε όσα μας χαρακτήριζαν σαν παιδιά. Αφοσιωνόμαστε τόσο στις εργασίες μας, στα προβλήματα της καθημερινότητας, που ξεχνάμε πώς να γελάμε, να χαιρόμαστε, να ζούμε. Καταλήγουμε άχρωμοι, άγευστοι, άδειοι, σαν τις ζωές που υποτίθεται πως επιβάλλεται να ζούμε. Ακολουθούμε τους άγραφους κανόνες που οι ίδιοι έχουμε επιβάλλει στους εαυτούς μας, απλά για να είμαστε «φυσιολογικοί», να ανακατευτούμε με το πλήθος, να μην ξεχωρίσουμε.
Μα η αλήθεια είναι πως όσο κι αν προσπαθήσουμε να κρυφτούμε από το παιδί μέσα μας, εκείνο θα συνεχίσει να φωνάζει για να τραβήξει την προσοχή μας. Πάντα θα υπάρχουν στιγμές που θα βρει ένα άνοιγμα, μια ελάχιστη χαραμάδα, για να βγει κι αυτό λίγο στο φως, να μας θυμίσει την ύπαρξή του. Αυτές οι λίγες στιγμές, είναι που μπαίνει ξανά το χρώμα στις ζωές μας.
Ο Paulo Coelho λέει το εξής: «Ένα παιδί μπορεί να διδάξει τρία πράγματα σε έναν ενήλικα: να είναι χαρούμενος χωρίς λόγο, να είναι πάντα απασχολημένος με κάτι, και να διεκδικεί αυτό που επιθυμεί με όλη του την θέληση.» Διακρίνει λοιπόν κανείς στα παιδιά μία σοφία καθαρή και ακατέργαστη, που σπάνια συναντά σε κάποιον ενήλικα. Είναι στα αλήθεια δάσκαλοι, αν βέβαια δώσει κανείς πραγματική σημασία στα διδάγματά τους.
Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν αφήναμε το εσωτερικό μας παιδί να εκφραστεί; Να βγει από την κρυψώνα του, να παίξει, να γελάσει, να είναι αυθόρμητο, να κάνει αυτό που επιθυμεί με όλη του την καρδιά, να είναι ο εαυτός του.
Ας το παραδεχτούμε, και θα νιώσουμε καλύτερα: όλοι μας θελήσαμε να σκαρφαλώσουμε στο μεγάλο δέντρο στο κέντρο του πάρκου, να διασχίσουμε τρέχοντας την αμμουδιά και να βουτήξουμε με φόρα στη θάλασσα ένα καλοκαίρι, να τραγουδήσουμε δυνατά, έστω και παράφωνα, το αγαπημένο μας τραγούδι, αγνοώντας εκείνους που θα μας στραβοκοιτάξουν, πίσω από τις ψεύτικες και ασφαλείς μάσκες της σοβαροφάνειάς τους.
Αρκετά με τους κανόνες. Ας σταματήσουμε να είμαστε δάσκαλοι κι ας πάρουμε τον ρόλο του μαθητή. Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα που μας δίνουν τα παιδιά: Ας είμαστε για μια φορά αληθινοί.
Ας κόψουμε τα σκοινιά που μας καθιστούν μαριονέτες, ας σπάσουμε τις μάσκες μας, ας ντύσουμε την καθημερινότητα με χρώματα. Και τότε, ίσως, ο κόσμος να γίνει ένα πιο όμορφο μέρος για να ζούμε. Ίσως, γυρίσουν πίσω σε μας όλα όσα χάσαμε με το πέρασμα του χρόνου: η χαρά, ο ενθουσιασμός, η ελπίδα… Η ζωή.

Ο ΞΥΛΟΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ

Μια φορά και έναν καιρό, ένας σωματώδης και δυνατός ξυλοκόπος ζήτησε δουλειά σε κάποιο χονδρέμπορο ξυλείας. Ο έμπορος τον προσέλαβε με καλό μισθό και καλές συνθήκες δουλειάς. Έτσι ο ξυλοκόπος αποφάσισε να δώσει τον καλύτερο εαυτό του.
Το αφεντικό του έδωσε ένα τσεκούρι και του υπέδειξε που να δουλέψει. Την πρώτη μέρα ο ξυλοκόπος έφερε 18 κορμούς δένδρων.
“ Συγχαρητήρια,” είπε το αφεντικό. “Συνέχισε έτσι!”
Χαρούμενος από τα λόγια του αφεντικού, ο ξυλοκόπος προσπάθησε ακόμη περισσότερο την επόμενη ημέρα αλλά μπόρεσε να φέρει μόνο 15 κορμούς. Την Τρίτη μέρα προσπάθησε ακόμα πιο πολύ, αλλά έφερε μόνο δέκα κορμούς. Κάθε μέρα, ενώ προσπαθούσε δυνατότερα, έφερνε όλο και πιο λίγους κορμούς.
“ Θα πρέπει να χάνω δυνάμεις”, σκέφτηκε ο ξυλοκόπος. Τότε πήγε στο αφεντικό και ζήτησε συγνώμη, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να καταλάβει τι έχει συμβεί.
“ Πότε ήταν η τελευταία φορά που τρόχισες το τσεκούρι;” ρώτησε το αφεντικό.
“ Να το τροχίσω; Δεν είχα χρόνο να το τροχίσω. Ήμουν πολύ απασχολημένος κόβοντας δέντρα…”
—————————
Έτσι συμβαίνει και στην πραγματική μας ζωή. Δεν βρίσκουμε ποτέ χρόνο να ακονίσουμε “το τσεκούρι”. Συμβαίνει καθημερινά να είμαστε όλο και πιο απασχολημένοι και παράλληλα πιο δυστυχισμένοι.
Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Μήπως ξεχάσαμε να είμαστε έξυπνοι; Δεν υπάρχει πρόβλημα στο να εργάζεται κάποιος πολύ σκληρά. Αλλά δεν πρέπει να εργάζεται τόσο σκληρά ώστε να παραμελεί τα σημαντικά καθημερινά πράγματα, όπως την προσωπική ζωή, την προσευχή, την οικογένεια, το διάβασμα κτλ κτλ. Όλοι χρειαζόμαστε χρόνο να χαλαρώσουμε, να σκαφτούμε, να μάθουμε και να αναπτυχθούμε.
Αν δεν βρούμε χρόνο να τροχίσουμε “το τσεκούρι”, γινόμαστε νωθροί και ο νους χάνει τις ικανότητες του.